«Αν είναι θέλημά Σου, Κύριε, φώτισέ με τι να κάνω»

Ο Κύριος τού είχε πει, ότι θα τον βοηθούσε να γράψει και βιβλία, αλλά αυτός δεν έκανε ποτέ τέτοια σκέψη.

Κάποτε, όμως, ο π. Δημήτριος κατάλαβε τις οικονομικές του δυσχέρειες και του λέει: «Γιατί, Δημήτριε, δε γράφεις αυτά που κηρύττεις, να ωφεληθεί ο κόσμος και να ανταποκριθείς κάπως στα έξοδά σου;»

Τα λόγια αυτά τού φάνηκαν παράξενα. Μάλλον προσβλητικά για τον Κύριο, διότι νόμιζε ότι θα εκμεταλλευόταν τον λόγο του Θεού και φρόντισε να τα ξεχάσει αμέσως, αλλά αργότερα τα επανέλαβε ο π. Δημήτριος και τότε ο μακάριος σκέφθηκε, ότι δεν ήταν δυνατόν ένα τέτοιο πρόσωπο, που ευλαβείτο τόσο τον Κύριο, να λέει ασύνετα πράγματα.

Τον ρωτά, λοιπόν, πώς εννοεί αυτά τα λόγια και του εξήγησε ο π. Δημήτριος, ότι θα μπορούσε να γράψει βιβλία, να τα πουλάει και να καλύπτει από κει τις οικονομικές του ανάγκες και ταυτόχρονα να μην περισπάται ο νους του σε άλλες εργασίες. Το τελευταίο αυτό άρεσε ιδιαίτερα στον Παναγόπουλο.
Σκέφτηκε καλλίτερα τα λόγια του σεβαστού του Ιερέως και Πνευματικού, οπότε άρχισε την προσευχή.

«Αν είναι θέλημά Σου, Κύριε, φώτισέ με τι να κάνω», έλεγε.

Πράγματι, ήταν θέλημα Κυρίου και αμέσως τού δημιουργήθηκε έντονη επιθυμία να γράψει κάτι σχετικό με την Αγία Κοινωνία.

Σε λίγο η επιθυμία έγινε επιτακτική ανάγκη, ώσπου πήρε μολύβι και χαρτί να τυπώσει, όσα είχε ο νους του γύρω από αυτό το θέμα. Και τότε διέκρινε ότι κάποιος Άλλος τού κατηύθυνε το χέρι και παρέθετε στοιχεία που δεν τα γνώριζε. Και είδε πλέον στην πράξη την υπόσχεση του Κυρίου: «Εγώ θα σε βοηθήσω να γράψεις».


Μην αμελήσετε να κάνετε Μου αρέσει! στη νέα μας σελίδα στο facebook!
Ευχαριστούμε πολύ!