Γιαννούλης Χαλεπᾶς «Ὁ μεγάλος γλύπτης που ένοιωσε τραγικά μόνος»

Πατήστε εδώ και ακούστε το άρθρο

(1851 Πύργος Τήνου – 15 Σεπτεμβρίου 1938 Ἀθήνα)

Τοῦ Γιώργου Ἰωάννου

Ὅταν συναντοῦμε τὸν Γιαννούλη Χαλεπᾶ στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, αἰσθανόμαστε ἕνα κατανυκτικὸ δέος.

Ἡ μεγάλη γλυπτικὴ παρουσία τοῦ τόπου μας εἶναι μιὰ μορφὴ ἀσκητική, χωμένη μέσα στὰ πυκνὰ πάλλευκα γένια, ποὺ προσπαθεῖ νὰ κρατηθῇ ἀθέατη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ αὐτὸ ἴσως νὰ ἀποτελῇ πρᾶξι ἠθελημένη, γιατὶ πολὺ πίκρα εἶχε δεχθῇ τὸ γεροντάκι αὐτὸ τῶν ὀγδόντα ἑπτὰ χρόνων.

Ἐκεῖ ποὺ ἡ μορφὴ διακρίνεται, φαίνεται ραγισμένη ἀπὸ ἄγριες χαρακιές, ποὺ βαθαίνουν ἢ ἀνυψώνουν τὴν ἀνώμαλη ἐπιφάνεια.

Μὰ θὰ μποροῦσε ἡ μορφὴ αὐτή, ποὺ ἀνασαίνει, νὰ ἦταν ἔτσι ὅμοια πλασμένη, ἀπὸ κομμάτια πηλό, τὸ ὑλικό, ποὺ ἀγάπησε καὶ δούλεψε στὰ δάχτυλά του, κατάρα καὶ ἀποθέωσις μιᾶς μαρτυρικῆς ζωῆς.

Καὶ τὸ βλέμμα εἶναι ἀόριστο, σὰν νὰ βγαίνῃ πολὺ «ἐκ  αθέων». Ἡ μορφὴ καὶ τὸ βλέμμα ἔχουν ἀφετηρία καὶ κατάληξι ἐσωτερική.

Ὁ Χαλεπᾶς γεννήθηκε τὸ 1851 στὸν Πύργο τῆς Τήνου. Ἀφοῦ τελείωσε τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο καὶ τὴν πρώτη τάξη τοῦ Σχολαρχείου, μπῆκε τὸ 1869 στὸ Τμῆμα Γλυπτικῆς τοῦ Πολυτεχνείου. Εἶχε δάσκαλο τὸν Λεων. Δρόση.

Ἀπεφοίτησε τὸ 1872 μὲ ἀρίστη ἐπίδοση καὶ τὸ 1873 ἔφυγε γιὰ τὸ Μόναχο μὲ ὑποτροφία τῆς Εὐαγγελίστριας Τήνου. Ἐκεῖ ἐφοίτησε στὴν Ἀκαδημία Εἰκαστικῶν Τεχνῶν μὲ δάσκαλο τὸν Βίντμαν, μέχρι τὸ 1876, ἀποσπάσας ἐπαίνους καὶ βραβεῖα.

Τὸ 1878 ἔφτιαξε στὴν Ἀθήνα τὴν «Κοιμωμένη» καὶ τὸν ἴδιο χρόνο, ἐνῷ δούλευε τὴν «Μήδεια» σὲ φυσικὸ μέγεθος, ἔχασε τὴν πνευματικὴ ἰσορροπία. Στὶς 11.7.1888 μπῆκε στὸ Ψυχιατρεῖο Κερκύρας ὡς πάσχων «ἐξ ἀνοίας» καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον βγῆκε στὶς 6.6.1902.

Ἐγκαταστάθηκε στὴν Τῆνο. Τὸ 1916, μόλις πέθανε ἡ μητέρα του, ἄρχισε πάλι νὰ δουλεύει. Τὸ 1930 ἦλθε στὴν Ἀθήνα, στὸ σπίτι τῆς ἀνεψιᾶς του Εἰρήνης Β. Χαλεπᾶ. Πέθανε στὶς 15.9.1938.

Ἡ ζωὴ τοῦ Χαλεπᾶ ὑπῆρξε πικρή, ὅσο ποὺ τὸ ἔργον του ὑπῆρξε μεγάλο. Ἀντιμέτωπη στὴν πνευματική του ἐσωτερικότητα στάθηκε πάντοτε ἐχθρικὴ καὶ βάναυση ἡ κοινωνικὴ παρουσία.

Προσπάθησε νὰ σταθεῖ δυνατός, ἴσως ἀδιάφορος, ἀφοσιωμένος στὸ λυτρωτικὸ πάθος τῆς γλυπτικῆς δημιουργίας, μὰ κάποτε λύγισαν τὰ εὐπαθῆ ὄργανα τῆς ψυχικῆς ἰσορροπίας, τῶν ὁποίων ἡ ἁρμονικὴ λειτουργία δὲν ἐξαρτᾶται οὔτε ἀπὸ τὴν ἀγαθή μας πρόθεση, οὔτε ἀντέχουν σὲ ἀπεριόριστης ἐντάσεως ἐσωτερικὲς ἀνατάσεις.

Στὸ Μόναχο διακόπτουν τὴν ὑποτροφία του γιὰ χάρη ἄλλου. Ἀποκτᾶ ἔτσι μιὰ δεύτερη ἐμπειρία τῆς κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς. Δὲν ἔχει σημασία ἡ καταπληκτικὴ πρόοδος τῶν σπουδῶν του, οὔτε ἡ ἀξία τῆς προσωπικότητάς του, ἀλλὰ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα διέθετε καὶ τὰ ὁποῖα διέθετε ἄλλος, ἐκεῖνα ποὺ ἀνοίγουν εὔκολους δρόμους στὴν ζωὴ καὶ τὴν Τέχνη.

Τότε παρουσιάστηκαν τὰ πρῶτα συμπτώματα μελαγχολίας καὶ ἐσωτερικῆς ἀπομόνωσης. Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ Μόναχο πῆγε στὴν Τῆνο. Ἐκεῖ γνώρισε τὴν δεκαοχτάχρονη Μαριγὼ Χριστοδούλου.

Μαζί της δημιούργησε ἕνα ἁγνὸ καὶ τρυφερὸ σύνδεσμο, ἀλλὰ ἀκολούθησε ἕνα ἄτυχο τέλος. Ἔτσι ἀπόκτησε μιὰ τρίτη ἐμπειρία, ποὺ προστέθηκε στὶς προηγούμενες γιὰ νὰ ὀξύνει περισσότερο τὸ προσωπικό του δρᾶμα.

Ὅταν τοποθετήθηκε στὸ Α΄ Νεκροταφεῖο ἡ «Κοιμωμένη» καὶ ἔγινε φασαρία μεγάλη γύρω ἀπὸ τὸ ὄνομά του, ὁ δάσκαλός του Λ. Δρόσης εἶπε: «Δὲν εἶναι καὶ τόσο σπουδαῖο γλυπτό»!

Αὐτὴ τὴν φορὰ γνώρισε ὅτι τὴν ἐπιτυχία τὴν ἀκολουθεῖ ὁ φθόνος καὶ ἡ πολεμικὴ τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων, ἔστω καὶ ἂν ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς βρίσκονται καὶ οἱ δάσκαλοι. Ἔτσι, αἰσθάνθηκε ὁλότελα ξεκομμένος ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σύνολο.

Ἦταν ἀδύνατος ὁ διάλογος ἀνάμεσα στὸν καλλιτέχνη καὶ τὸ περιβάλλον του, ἡ σκέψη του προηγεῖτο, τῶν ἄλλων ἀκολουθοῦσε. Καὶ τὰ σημάδια τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἐγένοντο πλέον ἐμφανῆ. 

Οἱ πρῶτες ἐκδηλώσεις τῆς ἀρρώστειας του φάνηκαν τὸ 1878. Ἦταν πλημμυρισμένος ἀπογοήτευση, αἰσθανόταν μόνος, ἡ μελαγχολία τὸν βασάνιζε ὀδυνηρά, ἄρχισε ἀπὸ ἀντίδραση, νὰ ἐκδηλώνεται
βίαια.

Ἔφτιαχνε σατύρους, τοὺς γρατζούνιζε, τοὺς ἔσπαζε, τοὺς πετοῦσε πηλὸ γιὰ νὰ χαλάσει τὸ γέλιο, νόμιζε πὼς τὸν ἐχλεύαζαν. Βρισκόταν σὲ τρομερὴ ἔνταση τῶν πνευματικῶν του δυνάμεων, δούλευε εἴκοσι ὧρες τὸ ἡμερονύχτιο, ἡ ὑπερκόπωση τὸν ἐξασθένισε.

Δούλευε τὴν «Μήδεια», ὅταν τὸ μυαλό του θόλωσε. Τὸ πνεῦμα ὑπέκυψε ἐμπρὸς στὴν ἀδυναμία περισσότερης ἀντοχῆς τῶν ζωτικῶν ὀργάνων τοῦ σώματος ποὺ καθορίζουν τὴν ἰσορροπία.

Ἡ κρίση ἐκδηλώθηκε στὰ Ἀλάτσατα τῆς Μ. Ἀσίας ποὺ βρισκόταν μὲ τὸν ἀδελφό του. Ἄρχισε μὲ ἀπόπειρες αὐτοκτονίας. Τὸν Σεπτέμβρη 1879 ὁ ἀδελφός του τὸν πῆγε στὴν Ἰταλία, μήπως καλλιτερεύσει.

Στὸ Μουσεῖο τοῦ Βατικανοῦ, στάθηκε ἐμπρὸς σὲ ἕνα κορμὸ τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου καὶ εἶπε στὸν ἀδελφό του: «Ὅταν ὁ Μιχαὴλ Ἄγγελος, ὁ καλλιτέχνης, εἰς τὸ γῆρας του ἔχασε τὸ φῶς του, ἡ μόνη ἀπόλαυσίς του ἦτο νὰ ἔρχεται καθημερινῶς νὰ ψαύῃ τὸ ἄγαλμα αὐτὸ μὲ τὰς χεῖρας του».

Ὅταν γύρισαν στὴν Τῆνο, τὸ θολωμένο μυαλὸ ἄρχισε πάλι νὰ σωπαίνει. Γύριζε στὴν ἐξοχὴ ὁλομόναχος, τὸν ἔχαναν καὶ ἔστελναν ἀνθρώπους στὶς ἐρημιὲς νὰ τὸν βροῦν. Ἴσως ἐκεῖ, μόνος, κατάμονος, μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἀρνητικὴ κοινωνικὴ παρουσία, νὰ εὕρισκε τὴν γαλήνη, γι’ αὐτὸ ἀντιστεκόταν στὴν ἐπιστροφή. Ἔφτιαχνε σχέδια, μὰ τὰ χαλοῦσε.

Ὅταν ἡ κατάσταση χειροτέρεψε, παρὰ τὶς ἐπίμονες ἀντιρρήσεις τῆς μητέρας του, τὸν ἔκλεισαν στὸ Ψυχιατρεῖο τῆς Κερκύρας. Ὁ πατέρας του πέθανε τὸ 1901. Τὸν ἑπόμενο χρόνο πῆγε ἡ μητέρα του στὴν Κέρκυρα καὶ τὸν πῆρε κοντά της στὴν Τῆνο.

Ὅταν ὁ Χαλεπᾶς ἐγκαταστάθηκε στὴν Τῆνο, ἄρχισε γι’ αὐτὸν ἕνα καινούργιο δρᾶμα. Ἡ μητέρα του δὲν τὸν ἄφηνε νὰ δουλέψει, γιατὶ νόμιζε πὼς ἡ Τέχνη ἦταν ἡ αἰτία ποὺ θόλωσε τὸ μυαλό του.

Φοβόταν μήπως τὸ παιδί της ξαναπάθει. Ἀληθινά, ὑπῆρξε μιὰ τραγικὴ μητέρα, ποὺ παραξηγήθηκε ἄδικα ἀπὸ πολλούς. Ἡ δημιουργικὴ ὅμως ἀνάγκη τοῦ Γιαννούλη ἦταν ἀκατανίκητη. Τὴν τάση γιὰ δημιουργία στὸν καλλιτέχνη τὴν καθορίζουν δυνάμεις ἐσωτερικές, ἔστω καὶ ἂν ἐξαρτᾶται πολλὲς φορὲς τὸ ἀποτέλεσμα ἀπὸ τὶς ἀντικειμενικὲς συνθῆκες.

Καμμιὰ ὑποταγὴ δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὸ ἐσωτερικὸ πάθος γιὰ ἔκφραση, ὅταν ἀνθίζει. Καὶ τὸ προσωπικὸ δρᾶμα τοῦ Χαλεπᾶ παίρνει τὶς διαστάσεις ἀρχαίας τραγωδίας. Μαζεύει πέτρες, τὶς βάζει σωρὸ καὶ δημιουργεῖ ἄμορφους πλαστικοὺς ὄγκους.

Ζητάει πηλό, θέλει νὰ πλάσῃ στὰ χέρια του τὸ χῶμα καὶ νὰ τοῦ δώσει μορφή. Ἡ μητέρα του ἀρνεῖται. Ἐκεῖνος παίρνει τὰ βουνὰ συντριμμένος. Τὸν ἔχαναν μιὰ-δυὸ μέρες, ἔστελναν ἀνθρώπους νὰ τὸν βροῦν. Ὁ Γιαννούλης, ὁ τραγικὸς δημιουργός, ἔψαχνε νὰ βρεῖ πηλό!

Γύριζε στὶς ἐρημιές, διάλεγε τὸ χῶμα, γρατσούνιζε τὴ γῆ, νὰ βρεῖ τὸ ὑλικὸ ποὺ θ’ ἀνάσταινε σ’ αὐτὸ τὴν ἐσωτερική του ἀγωνία. Κάποτε, ψάχνοντας, ἔφτασε πολὺ μακρυά, στὰ νταμάρια, ἐκεῖ βρῆκε πηλό.

Τότε ἄρχισε νὰ κουβαλάη τὸ χῶμα στὸ σπίτι, γεμίζοντας κάθε φορὰ τὶς τσέπες του. Τὰ πόδια του γδάρθηκαν, μάτωσαν ἀπὸ τὶς σκληρὲς ὁδοιπορίες. Ὅταν ὅμως ἡ μητέρα του εἶδε τὸν πηλό, ἀγρίεψε, τὶς πέτρες δὲν τὶς φοβόταν. Τοὔπαιρνε τὸν πηλὸ καὶ τὸν πετοῦσε.

Ἐκεῖνος ἀντέδρασε, ἀλλὰ μάταια. Τὰ σκοτεινὰ διαλείμματα τοῦ μυαλοῦ του τὰ καθώριζε τώρα χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει, ἡ τραγικὴ μητέρα. Τότε ὁ Γιαννούλης ἀνακάλυψε τὶς φυλλάδες μὲ τὶς λογιστικὲς καταχωρήσεις τῆς ἐπιχειρήσεως τοῦ πατέρα του.

Στὶς σελίδες ἐκεῖνες, κρυφὰ ἀπὸ τὴν μητέρα του, σχεδίαζε τὰ ἐσωτερικά του ὁράματα. Τὰ σχέδια αὐτὰ εἶναι ἀνεκτίμητης ἀξίας. Μὲ τὴν ἀπασχόληση αὐτὴ εὕρισκε διέξοδο τὸ δημιουργικὸ πάθος, σημείωνε τὶς μορφὲς ποὺ εἶχαν γεννηθεῖ μέσα του.

Ἔτσι ἡ ζωή του στὴν Τῆνο κυλοῦσε ἀνάμεσα στὰ κρυφὰ σχεδιάσματα καὶ τὴν συντροφιὰ λίγων προβάτων ποὺ εἶχαν στὸ σπίτι του. Τὰ ἀγαποῦσε πολὺ κ’ ἐκεῖνα τὸν ἀκολούθαγαν πιστά. Στὰ ταπεινὰ ζῶα εὕρισκε μιὰ εἰλικρινῆ συμπεριφορὰ ποὺ δὲν συναντοῦσε στοὺς ἀνθρώπους.

Ὅταν ἡ μητέρα του πουλοῦσε κανένα πρόβατο, τοῦ ἔλεγε πὼς χάθηκε, γιατὶ ἐκεῖνος δὲν θὰ δεχόταν ποτέ! Τότε ὁ πονεμένος ἄνθρωπος ἔτρεχε σ’ ὅλες τὶς βοσκές, κλαίγοντας, φωνάζοντας καὶ ἀναζητώντας τὸν καλό του σύντροφο.

Ἡ μητέρα του πέθανε τὸ 1916. Τὴν ἴδια μέρα τοῦ θανάτου, ἐνῷ στὸ ἐπάνω πάτωμα τοῦ σπιτιοῦ θρηνοῦσαν τὴν νεκρή, ὁ Γιαννούλης ἦταν χωμένος στὸ ὑπόγειο, σκούπιζε καὶ φρόντιζε τὸν χῶρο γιὰ νὰ τὸν φτιάξῃ ἐργαστῆρι.

Στὰ ἐγγόνια τῆς νεκρῆς ποὺ ἔκλαιγαν, εἶπε: «Μὴ κλαῖτε πιά, ἐγὼ τώρα θὰ κάνω τέχνη».

Ὅταν τακτοποίησε τὸ ὑπόγειο, μάζεψε τὸν πηλὸ ποὺ ἡ μητέρα του εἶχε πετάξει σὲ ἕνα χωράφι καὶ ἄρχισε τὴν δουλειά. Ὅλα τὰ ἔργα τῆς Τήνου εἶναι φτιαγμένα ἀπὸ ἄμμο καὶ κοκκινόχωμα, ὑλικὸ ποὺ μάζευε πάντοτε μόνος του.

Μὲ τὸν θάνατο τῆς μητέρας τοῦ Γιαννούλη Χαλεπᾶ, ἀρχίζει μιὰ καινούργια περίοδος στὴ δουλειά του, ἡ ὁποία διαρκεῖ ὣς τὸ 1930. Παράλληλα, ἐκδηλώνεται σκληρὴ ἡ κοινωνικὴ παρουσία, ἀπέναντι στὸν καλλιτέχνη ποὺ θεωροῦσαν παλαβό, τραυματίζοντάς τον καθημερινὰ μὲ τὴν χλεύη, τὴν εἰρωνεία καὶ τὴν τελεία ἐγκατάλειψη.

Ἐκεῖνος μόνος, αἰσθανόμενος τέλεια ἀπομόνωση, χωρὶς τὴν φροντίδα τῆς μάννας ἢ ἄλλου συγγενοῦς, κλεινόταν στὸ σκοτεινὸ ὑπόγειο, δουλεύοντας τὸν πηλὸ ποὺ μάζευε μόνος του.

Στὸ ἐπάνω πάτωμα ποὺ κοιμόταν, εἶχε γεμίσει τοὺς τοίχους μὲ ὁλόσωμες φιγοῦρες καὶ ἐπάνω τους οἱ ἀράχνες τῆς ἀφροντισιᾶς εἶχαν πλέξει πυκνὰ δίχτυα. Γιὰ φαγητό, πήγαινε πεζὸς στὸ χωριὸ Βεναρδάδο, στὸ σπίτι ἐξαδέλφης του.

Ἡ περίοδος ἀπὸ τὸν θάνατο τῆς μητέρας του ὣς τὸν ἐρχομό του στὴν Ἀθήνα ὑπῆρξε ἡ πιὸ σκληρή τῆς ζωῆς του. Καὶ μέσα στὴν βρισιὰ τῶν «λογικῶν ἀνθρώπων», σὲ μιὰν ἄκρη τοῦ σκοτεινοῦ ὑπογείου, μόνος, «ἐνώπιος ἐνωπίῳ», ἔπλαθε τὸν πηλό, γιὰ νὰ τὸν κάνει στὸ τέλος κομμάτια καὶ ἐλάχιστες φορὲς νὰ τὸν ἀφίσει νὰ ζήσῃ.

Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἐκφραστικὸς προβληματισμὸς ποὺ προκαλοῦσε τὴν καταστροφή, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔλλειψη ὑλικοῦ. Κατέστρεφε τὰ ἔργα καὶ μὲ τὸ ὑλικὸ ἔφτιαχνε καινούργια. Γιὰ νὰ ἀκολουθήσει πάλι ἡ καταστροφή.

Τότε ὁ Χαλεπᾶς ζητάει ἀπεγνωσμένα νὰ φύγει ἀπὸ τὸ σκληρὸ κοινωνικὸ περιβάλλον ποὺ τὸν συνέθλιβε καὶ νὰ ἔλθει στὴν Ἀθήνα. «Ἀγαπημένε μου Βασιλάκη, θέλω νὰ ἔλθω εἰς τὴν Ἀθήνα νὰ ξεκουραστῶ λιγάκι, διότι ἐδῶ κουράζομαι πολύ», γράφει στὸν ἀνεψιό του, σύζυγο τῆς ἐπίσης ἀνεψιᾶς του Εἰρήνης.

Ἡ Εἰρήνη πῆγε στὴν Τῆνο καὶ τὸν βρῆκε σὲ κακὰ χάλια. Ροῦχα δὲν εἶχε, τὰ πόδια του ἦταν πληγὲς ἀπὸ τὶς περιπλανήσεις στὰ βουνὰ γιὰ νὰ βρεῖ πηλό. Μετροῦσε τὶς μέρες, πότε θὰ φύγουν.

«Ἔχει φουρτούνα», τοὔλεγε ἡ Εἰρήνη, νὰ καθυστερήσει λίγο τὴν ἀναχώρηση καὶ νὰ διαπιστώσει τὴν κατάστασή του, ἀφοῦ τὸν εἶχαν γιὰ τρελλό. «Εἶναι τῆς λαγκαδιᾶς ὁ ἀέρας, δὲν ἔχει φουρτούνα», τῆς ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος.

Τακτοποίησε τὰ ἔργα του σὲ ράφια γιὰ νὰ μὴ χαλάσουν, καμμιὰ τριανταριὰ ἔργα μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἕνας ὁλόγλυφος «Εὐαγγελισμός», καὶ ἔχτισε τὰ παράθυρα. Μαζί του πῆρε μόνο ἐννιὰ κομμάτια ἀπὸ ἄψητο πηλό.

Ὅταν ἔφυγε, τὰ ἔργα χάθηκαν, κανεὶς δὲν ξέρει ποιοί τὰ πῆραν. Τὸν Σεπτέμβρη 1930 ἦλθε στὴν Ἀθήνα, στὸ σπίτι τῆς Εἰρήνης στὴν ὁδὸ Δαφνομήλη 21 καὶ μετὰ ἔφτιαξε ἐργαστῆρι στὸ καινούργιο της σπίτι, Δαφνομήλη 35, ὅπου καὶ πέθανε.

Σὲ 5-6 μέρες ἀπὸ τὸν ἐρχομό του στὴν Ἀθήνα, ζήτησε πηλό. Ἡ ἀνεψιὰ του τοῦ ἔφερε λίγο πηλό, γιατὶ φοβόταν, ὅ,τι εἶχε φοβηθεῖ ἡ μητέρα του. Ἔφτιαξε μ’ αὐτὸν ἕνα μικρὸ Οἰδίποδα. Τότε τοῦ ἀνέθεσαν νὰ φτιάξει τὸ μνημεῖο Πολίτη καὶ γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν τοῦ κουβάλησαν ἕνα αὐτοκίνητο πηλό.

Ἀμέσως μεγάλωσε τὸν Οἰδίποδα καὶ ταυτόχρονα ἄρχισε τὸν «Ἄγγελο» τῆς Πολίτου, ἕνα ἀνάγλυφο τῆς Τούμπα καὶ τὴν «Ἀναπαυομένη».

Ἕνα σημείωμα τοῦ Χαλεπᾶ λέει:

«Ἐρωτηθεὶς σήμερον τῇ 20 Ὀκτωβρίου ἀπὸ τὴν ἀγαπημένην ἀνεψιὰν Εἰρήνην Β. Χαλεπᾶ, διατὶ ἐπροτίμησα νὰ κάμω πρῶτον τὸν Οἰδίποδα, τῆς ἀπήντησα ὅτι ὁ Οἰδίπους εἶμαι ἐγὼ καὶ ἐκείνη ἡ Ἀντιγόνη ποὺ μὲ ἔφερε εἰς τὰς Ἀθήνας.

Γιαν. Χαλεπᾶς 1930».

Στὴν Εἰρήνη Β. Χαλεπᾶ ὁ τραγικὸς γλύπτης χάρισε τὸ ἠθικὸ μεγαλεῖο τῆς Ἀντιγόνης, ἐμεῖς ὅμως τῆς χρωστᾶμε τὸν ἴδιο τὸν Χαλεπᾶ. Μάζεψε μὲ φροντίδα ὅσες λογιστικὲς φυλλάδες δὲν εἶχαν γίνει προσανάμματα καὶ ἔτσι γνωρίζουμε σήμερα τὶς ἑκατοντάδες σχέδια ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τὴν ταραγμένη καὶ ἤρεμη ἔκφραση τῆς σκέψης του.

Παρὰ τὶς ἀντιδράσεις ὅλων, τὸν πῆρε στοργικά, τοῦ γιάτρεψε τὰ πονεμένα πόδια, τὸν ἔντυσε, τὸν φρόντισε καὶ ἔτσι γνώρισε στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὅτι ὑπάρχει καὶ ἀγάπη ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὑπῆρξαν τὰ χρόνια αὐτὰ τὰ πιὸ γόνιμα σὲ καλλιτεχνικὴ δημιουργία.

Τὰ ἀγαπημένα θέματα, ποὺ ἐπαναλαμβάνει ὣς τὰ βαθιὰ γηρατειά, ἦταν ἡ «Μήδεια», «ὁ Σάτυρος καὶ ὁ Ἔρως», «Τὸ παραμύθι τῆς Πεντάμορφης». Στὴ δουλειά του δὲν χρησιμοποιοῦσε ἐργαλεῖο, δούλευε μὲ τὸ δάχτυλο. Ἦταν ἕνας τρυφερὸς ἄνθρωπος, ἡ δραματικὴ ζωή του δὲν τὸν εἶχε σκληρύνει.

Ὅταν ἔφτιαξε τὴν «Βιοπάλη», τὸν ρώτησε ἡ ἀνεψιά του γιατί ἔβαλε τὸν ἄντρα καθιστὸ καὶ τὴν γυναῖκα ὄρθια ν’ ἀκουμπᾶ στὸν ὦμο του. «Ποῦ ξέρεις ἐσὺ ἀπὸ πόνο; τῆς ἀπάντησε. Ὁ πόνος εἶναι ἄντρας». Στὸ σπίτι τῆς ἀνεψιᾶς του ὁ πονεμένος ἄνθρωπος βρῆκε τὴν σιγουριὰ καὶ ἔτσι μπόρεσε νὰ δουλέψει τὰ πιὸ ὥριμα ἔργα του.

Ὅταν ἡ τότε πεντάχρονη ἀνεψιά του Κατερίνα καὶ σημερινὴ γνωστὴ γλύπτρια Χαλεπᾶ-Κατσάτου, καθόταν στὰ γόνατά του καὶ χάιδευε τὰ πάλλευκα γένεια, τὸν παρακαλοῦσε: «Παπποῦ πές μου ἕνα παραμύθι».

Καὶ ὁ μαρτυρικὸς γέροντας ἀπαντοῦσε: «Παραμύθι! Τί παραμύθι νὰ σοῦ πῶ; Νά, ἐγὼ ὁ ἴδιος, εἶμαι παραμύθι».

Ὁ Γιαννούλης Χαλεπᾶς εἶναι ἕνας μεγάλος Ἕλληνας γλύπτης καὶ ἡ ζωή του ὑπῆρξε ἕνα βαθὺ παράδειγμα πίστης στὴν ἰδέα τῆς ἐκφραστικῆς δημιουργίας. Σήμερα σκύβουμε εὐλαβικὰ ἐπάνω στὸ ἔργο του καὶ τὸν ἀπέραντο πόνο τῆς ζωῆς του, ποὺ ἀληθινὰ μοιάζει μὲ ἕνα τραγικὸ παραμύθι.

Ἀπό τό βιβλίο Μελετήματα γιὰ τὸν Χαλεπᾶ καὶ τὴν ἐποχή του, ἐπιμ. Στρατῆ Φιλιππότη, ἐκδ. ΕΡΙΝΝΗ, Ἀθήνα 1999.


Μην αμελήσετε να κάνετε Μου αρέσει! στη νέα μας σελίδα στο facebook!
Ευχαριστούμε πολύ!