ΘαυμάσιοΘαυμάσιο

Κυπριακό παραμύθι «Η Χρυσταλλού και ο Απόστολος Ανδρέας»

Πατήστε εδώ και ακούστε το άρθρο

Χαράλαμπος Επαμεινώνδας

Μια φορά , ήταν μια γυναίκα που την έλεγαν Χρυσταλλού. Τούτη γυναίκα στο κόσμο είχε μόνο ένα γιό. Κι ήταν έξυπνος έπαιρνε τα γράμματα πολλά κι όμορφος και ζωηρός.

Μια ήμερα, μάνα μου, βγήκαν  οι Τούρκοι κι είδαν το παιδί πώς ήταν παλικάρι κι πήραν το. Από τότε η μάνα του μέρα –νύχτα εκλαιε.

– Α, το γιό μου, α, το γιό μου Απόστολε Αντρέα μου, φανέρωσε μου τον, Απόστολε Αντρέα μου.

Μια νύχτα πήγε ο Απόστολος Αντρέας και της λέει:

– Ναι , τι έχεις και κλαίεις;

– Τι έχω; Μου κλέψαν το παιδάκι μου και δεν ηξεύρω που ένι.

– Να μην μαραζώνεις ,της λέει, τον έχουν πολλά καλά. Να μην κλαίεις και σε δέκα χρόνους από τώρα να πάεις στο Μοναστήρι μου και θα τον εύρεις .

Έκτοτε σιώπησε η κακορίζικη, πήρε παρηγοριά. Πέρασε ένας χρόνος, άλλος ένας χρόνος. Τέλος πάντων να μην τα πολυλογούμε, τελείωσαν οι δέκα χρόνοι.

Ετοιμάστηκε η Χρυσταλλού κι έπιασε τα τάματα που τάξε στον Απόστολο Αντρέα και πήγε. Πήρε πρόσφορα, άναψε λαμπάδες, έκαμε γιορτή, παράκληση, λειτουργήθηκε, μετάλαβε  και βγήκε έξω.

Είχε έγνοια, παρατηρούσε.  Έρχονταν ξένοι πολλοί. Από ένα καράβι κατέβηκαν καμπόσοι κι ένας αξιωματικός  των Τούρκων, ψηλός, όμορφος, λεβέντης. Παρατηρεί, εγνώρισεν την εκείνος.

«Είναι η μάνα μου, λαλεί, τούτη».

Πάει κοντά και της λέει:

– Ε ποια είσαι σύ;

– Εκλέψαν μου το γιό μου, γιέ μου, εκλέψαν μου τον, εσκοτώσαν μου τον, τι τον εκάμαν δεν ηξεύρω. Μου είπε όμως ο Απόστολος Αντρέας να ρωτω  σε δέκα χρόνους και θα τον εύρω.

– Θές να να τον γνωρίσεις; Λαλεί της. Έχεις τόσον καιρό.

– Θένα μου βοηθήσεις ,γιε μου, ο Απόστολος  Αντρέας να τον γνωρίσω.

– Δεν του έχεις κανένα σημάδι; Λαλεί της.

– Πάνω στο πόδι του. Από τον καιρό που ήταν μωρό, καθώς έπαιζε κοντά στη νεστιά, εκύλισ’ ένα κάρβουνο πάνω στο πόδι του.

Μέχρι ν’ αρχίσει φωνές , μέχρι να πάω κοντά, κάηκε και σούρωσε. Τον πήρα στο γιατρό και του έβαλε κάτι πάνω και γλύκανε ο πόνος, και λίγο-λίγο υγίανε. Του ’μεινε όμως σημάδι.

– Έχω κι εγώ, λαλεί της, ένα σημάδι. Σηκώνει τα ρούχα του αρχίνησε κλάματα.

– Γιέ μου, λαλεί του, μα είσαι σύ;

– Εγώ είμαι! Και λούστηκαν στο κλάμα.

Μάνι –μάνι πήγε κι αγόρασε ρούχα χριστιανικά κι έβγαλε  τα τούρκικα και πήγε εις τους παπάδες και τους λέει:

Το και το, να ’ρθετε να με διαβάσετε, να με λειτουργήσετε να φορέσω τα ρούχα μου τα χριστιανικά , γιατ’ κύρα τη μάνα μου.

Ήρθαν, εδιαβάσαν τον, ελειτουργήσαν τον, εκοινωνήσαν τον κι έκαψε τα ρούχα του τα τούρκικα κι εφόρεσε τα ρωμέϊκα.

-Είδες  ο Απόστολος Αντρέας !Πρέπει να εχεις πίστη πάνω σου για να σε ακούει  ο αφέντης μου ο Θεός. Πίστη και καλοσύνη, λαλεί.

Χαράλαμπος Επαμεινώνδας, Συντροφιά με τη γιαγιά, Κόσμημα, Κύπρος 2001


Μην αμελήσετε να κάνετε Μου αρέσει! στη νέα μας σελίδα στο facebook!
Ευχαριστούμε πολύ!