Ο όσιος Νικόλαος πρίγκιπας του Τσέρνιγκωφ

Πατήστε εδώ και ακούστε το άρθρο

Ο όσιος Νικόλαος πρίγκιπας του Τσέρνιγκωφ

Εγγονός του πρίγκιπα Σβιατοσλάβου Ιαροσλάβιτς, προστάτη της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου, ο όσιος Νικόλαος, του οποίου το κατά κόσμον όνομα ήταν επίσης Σβιατοσλάβος, υπήρξε ο πρώτος μιας σειράς ρώσων πριγκίπων που άφησαν την εγκόσμια βασιλεία και ενδύθηκαν το μοναχικό Σχήμα, για να καταστούν κληρονόμοι της αιωνίου Βασιλείας. Όταν ο χάνος των Κουμάνων τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την ηγεμονία του Λουτσκ, εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία αυτή για να γίνει μοναχός στην Λαύρα των Σπηλαίων (1106).

Μιμούμενος τον Χριστό, αποτάχθηκε όλα τα προνόμια και τις διακρίσεις του, και η ταπεινοφροσύνη του, όπως και η σύμφωνη προς την ευαγγελική διδασκαλία βιοτή του, έκαναν όλους τους μοναχούς να δοξάζουν τον Θεό για την παρουσία του. Αντιστάθηκε στις απόπειρες των κατά σάρκα αδελφών του να τον φέρουν πίσω στον κόσμο, υπέμενε με καλή διάθεση, σαν απλός δόκιμος, τα πλέον ταπεινά διακονήματα και ανέλαβε διαδοχικά το διακόνημα του μάγειρα, του πορτάρη και του τραπεζάρη.

Έχοντας αποδείξει επί σειρά ετών την τελεία υπακοή του, ο ηγούμενος του επέτρεψε να ζει απομονωμένος στο κελλί του, για να αφιερώνεται απερίσπαστος στην αδιάλειπτη νοερά προσευχή. Έτρωγε πολύ λίγο από το φαγητό που του έφερναν από την κοινή τράπεζα της μονής, και μοίραζε στους πτωχούς και στους προσκυνητές τα λαχανικά που έβγαζε το περιβολάκι του καθώς και τα τρόφιμα που του έστελναν.

Παρά τις νουθεσίες και τις συμβουλές των συγγενών του και του πρώην προσωπικού του γιατρού ο οποίος συχνά τον επισκεπτόταν, ο Νικόλαος επιδιδόταν σε μεγάλες στερήσεις και, όταν έπεσε άρρωστος, αρνιόταν να ακολουθήσει τις θεραπείες που του πρότεινε ο γιατρός. Βρήκε τελικά ανάπαυση από τους πόνους του στις 14 Οκτωβρίου του 1143.

Πολλούς μήνες αργότερα, ο αδελφός του πρίγκιπας Ιζιασλάβος αρρώστησε σοβαρά· θεραπεύθηκε όμως αμέσως μόλις φόρεσε τον τρίχινο χιτώνα του οσίου Νικολάου και μόλις ήπιε νερό από το μοναστήρι. Έκτοτε, κάθε φορά που αρρώσταινε, χρησιμοποιούσε ως θεραπεία το ιερό κειμήλιο, το οποίο ζήτησε να του φορέσουν όταν θα πέθαινε.

Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος δεύτερος, Οκτώβριος. Ίνδικτος, Αθήναι 2006, σελ. 187.


Μην αμελήσετε να κάνετε Μου αρέσει! στη νέα μας σελίδα στο facebook!
Ευχαριστούμε πολύ!