Ο ξέφλος. Του αείμνηστου Σπύρου Καλογήρου

Πατήστε εδώ και ακούστε το άρθρο

Κίναγαν, όπου λες, χαραή, τα γομάρια αραδιασμένα, δεμένα το ένα απ’το σκαρδέλι τ’αλλουνού και κοντά οι γυναίκες να μη μαζεύουν τσιαγούλι.

Εμείς τα κούτσικα, με την τσίμπλα στο μάτι, ξυπόλυτα, με κάτι ποδαράκια σαν τσακνα, περβατάγαμαν να προκάνουμε τους μεγάλους. Πηγαίναμαν στον κάμπο να μάσουμε το καλαμπόκι.

Στα μεσοσάμαρα οι ζιάκες και κανένα σκουτί για ώρα ανάγκης και τα σακούλια κρεμασμένα με κανένα κριτσιέλι ψωμί, λίγο τυρί και τη μπούκλα με το νερό. Οι γυναίκες ήταν πολλές, γιατί έκαναν δανεικά, καμιά βολά μαζί με τα γομάρια τους.

Εμείς τραβάγαμαν τα γομάρια φορτωμένα να τα πάμε στο σπίτι και να τα φέρομε πάλι πίσω. Οι τζιούφες είχαν κοπεί και είχαν γίνει σταβιές. Τα βόγια και τα γομάρια είχαν βγει από τα κατώγια, γιατί εκεί θα μαζεύονταν το καλαμπόκι για να γένει ο ξέφλος.

Όταν γιόμισαν οι ζιάκες, οι γυναίκες φόρτωναν τα ζώα, τα διναν στ’εμάς να τα τραβάμε κι έρχονταν και μια μαζί μας, μη ξεσφίξει το κουσκούνι από κανένα σαμάρι και γυρίσει το φόρτωμα. Όλο το δρόμο ¨ουσς και ουσς¨ να προκάνουμε  πριν μουγκώσει και ¨ντίίί διάολε¨ στον ανήφορο του Μήτρου, φτάναμαν στο σπίτι.

Εκεί καρτέραγαν οι βάβες και κανένας άντρας άμα τύχαινε και είχε γυρίσει από το καφενείο, ξεφορτώναμαν. Μετά τα πέραμαν καβάλα, δεμένα στα σκαρδέλια και πάλε στον κάμπο. Αυτό βάσταγε μέχρι το βράδυ και γύριζαν οι μαυρογύναικες ψόφιες.

Μετά αρχίναγε ο ξέφλος. Μαζεύονταν πάλε οι γυναίκες του χωριού, όχι όλες, αυτές που δεν ήταν μαλωμένοι οι άντρες τους, έπαιρναν έναν σογιά και πάαιναν τα βράδια στα κατώγια, δανεικά να ξεφλήσουν. Εμείς από κοντά.

Μας άρεγε να παίζουμε μέσα στις τζιέχλες, τρυπώναμαν από τη μια και βγαίναμαν από την άλλη, βάναμαν μουστάκια από το καλαμπόκι, σαν τους μεγάλους και φκιάναμαν κόσες όπως οι τσιούπρες.

Άμα τύχαινε κι εχούμενη, αυτή που είχε ξέφλο, έφτιανε τηγανίτες και κέρναγε λουκούμι. Χαλεύαμαν να βρούμε πούλες ( χρωματιστά αστάκια) και βάβες ( αραιά) και κάναμαν του κόσμου την αντράλα, αλλά άμα αρχίναγαν τις ιστορίες οι γυναίκες, καθόμασταν κι ακούγαμαν.

Τις πιο ωραίες ιστορίες και τα καλύτερα παραμύθια τα ήλεγε η Αφροδίτη του πάππου Νάσιου και όταν τα ήλεγε δεν έκρενε κανένας. Μπουμπουχή.  Γιατί ο πάππους είχενε κάτι βιβλία που ήλεγαν ιστορίες.

Και είχενε ο πάππους και γραμμόφωνο που δεν είχε ναι άλλος. Με κάτι μεγάλες πλάκες σαν τηγανίτες της πλάκας (τώρα μου φαίνεται τις λένε κρέπες) και έβανε και μουσική, όλο κλαρίνα, γι’αυτό όλοι ήθελαν να πάνε για ξέφλο στου πάππου.

Και έφτιανε και τηγανίτες η Μανίτσα. Και είχε και ονειροκρίτη ο πάππους, μαύρο, χοντρό, με χρυσά γράμματα κι ήλεγε μια, ¨Εγώ είδα επροψέ ότι διάβαινα ένα κουτσουλάκι¨ και της εξήγαγε η Αφροδίτη ¨Άμα ήτανε θελό, θα σε βρει στεναχώρια, άμα ήτανε ξάστερο, ίτσιου μη σκιάζεσαι¨

Και άλλα τέτοια ήλεγαν οι μεσελέδες και αινίγματα και μόλις λάλαγαν οι πέτοι τα μεσάνυχτα σταμάταγαν, γιατί το πρωί θα πήγαιναν με τα σφαχτά.

Στο σπίτι η μάνα μας έβανε κάτω από την τσέργα δίπλα στη βάβω, που καμιά βολά γκρίνιαζε για το δικό μας το ξενύχτι ¨αστραπή ωρή, που το πάαινες το παιδί όλη νύχτα¨ κι εμείς αποκοιμιόμασταν ίσια.

Όταν τέλειωνε ο ξέφλος, μάζευαν τις τσιέχλες και τις έβαναν στις καλύβες, να’χουνε τα χοντρά τα πράματα να τρωνε το χειμώνα. Μετά αρχίναγε το πλέξιμο, που το κανε ο καθένας μαναχός του.

Όταν ξέφλαγαν τα’αστάκια, άφηναν σε κάθε αστάκι 3- 4 φύλλα από τα μέσα, τα μαλακά. Έπαιρναν 6- 8 αστάκια, τα έδεναν το ένα με το άλλο, για να τα περάσουν στα σταλίκια.

Οι αρμάθες έπρεπε να καπνιστούν, για να στεγνώσουν τα σπυργιά, γιατί άμα τα’βανες στις καρσέλες και τα βαρέλια κι είχαν νότια, μόκιαζαν.

Πολλές βολές τα ποντίκια μας κατούραγαν τη νύχτα, όπως έρχονταν να φάνε καλαμπόκι, αλλά μας λαχτάραγαν και οι γάτες που έπεφταν στο σιάδι, όπως τα κυνήγαγανε και έπαιρνε το μασιά η βάβω ¨λυσομαζωμένη, μα λαχτάρησες, τώρα σε τάισα¨κι ας είχε να της ρίξει τρείς μέρες και την έκλεινε όξω.

Τα αστάκια που δεν είχαν φύλλα τα τσιόλιζαν. Τα’ καναν σωρό μέσα στο σπίτι και τα κοπάνιζαν με το στυλιάρι. Ξεσπύριζαν τα τσιόκαλα και τα μάζευαν για προσάναμμα.

Τα σπυργιά τα στέγνωναν στον ήλιο, και όλοι μέρα οι γερόντοι μάλωναν με τις κότες ¨να σας μάσει ο μπούφος να σας μάσει¨. Κι όταν τσιόλαγαν και τις αρμάθες, που είχαν γένει κρίκαλο απ’ τον καπνό, μέτραγαν το βιό.

Πεντακόσιες- εξακόσιες οκάδες. Αυτό όλο- όλο. Να φαει η φαμίλια, οι κότες, τα μανάρια. Να πάρει κι ο Μήτσο – Λαδάς από την Κοκκινίστα ¨λάααδι- λάααδι, άϊστε λάδι¨ με δυο άλογα μαύρα, σαν αυτόν κι αρέντευαν οι γυναίκες με τις χιλιάρες τις μπούκλες να πάρουν λάδι από το κατσιούπι και να δώκουνε καλαμπόκι.

Φχαριστημένοι όλοι που εξασφάλισαν τον αφακά της χρονιάς. Όργωμα, σπάρσιμο, σκάλος,  πότισμα, τζιούφα, μάζεμα, ξέφλος, τσιόλισμα, όλα είχανε ξεχαστεί. Εκεί ήτανε ξεσπυρισμένο το καλαμπόκι έτοιμο για το μύλο. Κι έφτανε ρε παιδί μου.

Πως γένονταν κι έφτανε τόσο λίγο καλαμπόκι για όλα, δεν το κατάλαβα ποτές. Ετούτα συλλογίζομαι καμιά βολά και λέω. Που βρίσκαμαν την όρεξη, τις γομαροδουλειές να τις κάνουμε γιορτές και διασκέδαση και σήμερα δεν μας αρέει τίποτε;

Είμαστε κακό μιλιέτι, αφχαρίστηγος κόσμος. Που το πάμε, που το φέρομε όλο ¨ετότες κι ετότες¨λέμε. Να δεις που άμα η Αδελφότης κονομήσει καλαμπόκι αξέφληγο και πει ότι θα κάνει ξέφλο στο χωριό,

Δε θα ‘χει κατώϊ που να βάλει τους χωριανούς που θα μαζευτούν. Γιατί, μεταξύ μας, εμείς που φάγαμαν μπομπότα, δεν μπορούμε να την ξαστοχήσουμε εύκολα.-

Παλιογκαιρίσιος


Μην αμελήσετε να κάνετε Μου αρέσει! στη νέα μας σελίδα στο facebook!
Ευχαριστούμε πολύ!