Στη μητέρα πού δεν μπορούσε να βρει τον τάφο του σκοτωμένου γιοῦ της

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Τόν ἔψαχνες, λές, σ’ ὅλα τά στρατιωτικά νεκροταφεῖα. Ταξίδεψες ἀπό τό Ζλάτιμπορ ἕως τήν Κέρκυρα, ἕως τήν Θεσσαλονίκη. Ἀνέβηκες στό Καϊμακτσαλάν, στήν Πέτρα τοῦ Γάτου. Κατέβηκες στίς κοιλάδες τῶν νεκρῶν.

Πῆγες ὅπου ἔμαθες ὅτι ὑπάρχει στρατιωτικό νεκροταφεῖο. Ἔτρεξες, παρακάλεσες νά σοῦ διαβάσουν τίς λίστες θαμμένων ἐδῶ καί ἐκεῖ διάβαζες καί μόνη σου τά ὀνόματα στούς σταυρούς. Δέν ὑπάρχει πουθενά.

Μήν θλίβεσαι, ἀγαπητή μητέρα. Ἡ μεγάλη θλίψη εἶναι ἁμαρτία. «Ἰδού Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου… ἡ γῆ καί πάντα ὅσα ἐστίν ἐν αὐτῇ» (Δευτ. ι΄, 14). Ὅπου καί νά εἶναι ὁ τάφος τοῦ γιοῦ σου, εἶναι στή γῆ τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν ἀκουμπήσεις τό μαῦρο χώμα μπροστά στό κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ σου, ἀκούμπησες τήν ἄκρη τοῦ τάφου τοῦ γιοῦ σου. Ὁ ὀφθαλμός τοῦ Θεοῦ, πού τά πάντα ὁρᾶ, ἀναμετρά τή γῆ καί βλέπει τούς νεκρούς ὅπως καί τούς ζωντανούς.

Ἐάν ὁ γιός σου κρύφτηκε ἀπό σένα, δέν κρύφτηκε ἀπό τόν Θεό. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός τόν ἔκρυψε ἀπό σένα, γιά νά καθαρίσει τήν καρδιά σου μέ τήν θλίψη καί νά σοῦ ἑτοιμάσει χαρούμενη ἔκπληξη, χαρούμενη συνάντηση μέ τόν γιό στά αἰώνια παλάτια Του.

Δέν εἶναι γνωστοί οὔτε οἱ τάφοι πολλῶν μεγάλων καί ἄγιων ἀνθρώπων. Ἔμεινε ἄγνωστος ὁ τάφος τοῦ προφήτη Μωυσῆ καί οἱ τάφοι πολλῶν ἀποστόλων καί μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ καί οἱ τάφοι πολλῶν ἐρημιτῶν και ἀσκητῶν.

Τά ὀνόματά τους εἶναι γραμμένα μέ κόκκινα γράμματα στό ἡμερολόγιο. Γιορτάζουμε τή μνήμη τους, τούς χτίζουμε ναούς, ἀνυψώνουμε τίς προσευχές σ’ αὐτούς. Ἀλλά τούς τάφους τους δέν τούς γνωρίζουμε.

Μή θλίβεσαι λοιπόν πού καί ὁ τάφος τοῦ γιοῦ σου θά παραμείνει γνωστός μόνο στόν οφθαλμό πού τά πάντα βλέπει, ὅπως καί οἱ τάφοι τόσων ἁγίων.

Ἔθαψαν τόν στρατιώτη γιό μιᾶς μητέρας στό Ντέμπρο κάπου σέ μακρινή χώρα. Ἐξαἰτίας τοῦ γήρατος ἐκείνη δέν μποροῦσε νά πάει στόν τάφο του. Καί σκέφθηκε ἡ γέρικη ψυχή πώς νά βρέξει τόν τάφο τοῦ γιοῦ της.

Κάθε Σάββατο πήγαινε στό στρατιωτικό νεκροταφεῖο στό Ντέμπρο. Ἐκεῖ κείτονταν νεκροί στρατιώτες. Σ’ αὐτούς τούς τάφους ἐκείνη ἄναβε κεριά καί ψιθύριζε προσευχές.

Καί παρακαλούσε τόν ἱερέα νά διαβάσει τρισάγιο καί νά μνημονεύσει τό ὄνομα πού ἦταν γραμμένο στόν σταυρό, καί μ’ αὐτό μαζί καί τό ὄνομα τοῦ δικοῦ της Ἀθανάσιου. Κι ἐσύ μπορεῖς ἔτσι νά κάνεις. Καί ὁ πόνος σου θά ἀπαλύνει.

Ὅμως εἶναι πιό σημαντικό νά σκέφτεσαι περί τῆς ψυχῆς τοῦ παιδιού σου παρά περί τοῦ τάφου του.

Ἰδού, ἡ ψυχή του δέν βρίσκεται σέ κανένα τάφο ἐπάνω στή γῆ. Ἐκείνη βρίσκεται πιό κοντά σέ σένα παρά σέ τάφο. Ὑπήρχε ἔτσι μιά ἄλλη μητέρα, ἡ ὁποία ταξίδεψε ἐν καιρῷ πολέμου στό πεδίο τῆς μάχης, γιά νά ἐπισκεφθεῖ τόν τάφο τοῦ γιοῦ της. Ὁ τάφος βρισκόταν μέσα στά πυρά, ὁπότε δέν τῆς τό ἐπέτρεψαν.

Ἀπαρηγόρητη γύρισε σπίτι. Ξαφνικά, κατά τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἐμφανίζεται ὁ γιός της μέσα στό δωμάτιο. Ἡ μητέρα ἀναπήδησε καί φώναξε:

– Ποῦ εἶσαι, γιέ μου;

– Ταξίδεψα μαζί σου, μάνα, καί γύρισα.

Ἀκόμα τῆς εἶπε ὅτι αὐτός εἶναι καλά καί ὅτι ἐκείνη πρέπει νά σταματήσει νά θρηνεῖ. Σταμάτα κι ἐσύ τά κλάματα, καί ξεκίνα τήν ἐλεημοσύνη γιά τή συγχώρηση τῆς ψυχής τοῦ γιοῦ σου.

Μέ τά δάκρυα ἀρκετά μαλάκωσες τό χῶμα τῆς καρδιάς, εἶναι καιρός νά ἀφήσεις νά φυτρώσει ὁ σπόρος. Καί ὁ πιό χρυσός καρπός, πού φυτρώνει ἀπό τά δάκρυα εἶναι ἡ προσευχή, ἡ ἐλεημοσύνη καί τό νά παραδίνεσαι στή βούληση τοῦ Θεοῦ.

Ἄς γίνει γιά σένα ἡ προσευχή τό ἕνα σανιδάκι τοῦ σταυροῦ, καί ἡ ἐλεημοσύνη τό δεύτερο. Ἀπ’ αὐτά φτιάξε σταυρό στόν γιό σου. Ἡ προσευχή ὑψώνεται στό ὕψος, ἐνῶ ἡ ἐλεημοσύνη ἐπεκτείνεται στό πλάτος. Καί τό να παραδίνεσαι στή βούληση τοῦ Θεοῦ μέ πραότητα, ἄς σέ κάνει σάν σίδερο, μέ τό ὁποῖο καρφώνεται ὁ σταυρός.

Μήν χωρίζεις τήν προσευχή ἀπό τήν ἐλεημοσύνη. Καί ἡ ἁπαλή παρηγοριά ἀπό τόν οὐρανό θά κατέβει σιγά-σιγά στήν καρδιά σου σάν δροσιά στο διψασμένο χόρτο.

Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καί ἡ εὐλογία Του μαζί σου…

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. «Ἀπό τό βιβλίο Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται, Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Α»΄ ἐκδ. Ἐν πλῷ, σ. 25-28.

Πηγή: oikohouse


Μην αμελήσετε να κάνετε Μου αρέσει! στη νέα μας σελίδα στο facebook!
Ευχαριστούμε πολύ!