Το κοριτσάκι μπροστά στην Παναγία (και ἡ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση)

Πατήστε εδώ και ακούστε το άρθρο

Τῆς Φωτεινῆς  Σκεπετάρη

Ἦταν μιά ζεστή μέρα τοῦ Αὐγούστου. Πλησίαζε τό καταμεσήμερο καί ὁ ἥλιος ἦταν πολύ καυτός. Πάραυτα ἐκείνη ἡ μέρα ἀποτέλεσε τήν πιό ὄμορφη καί σημαντική μέρα τῆς ζωῆς μου, διότι διδάχτηκα καί κάτι ἀκόμη. Στήν περίπτωσή μου ἀγαπητοί ἀναγνῶστες ἐπαληθεύεται αὐτό πού λέει ὁ σοφός λαός: «Ὅσο ζῶ μαθαίνω».

Ἄς μεταφερθοῦμε καλοί μου φίλοι τώρα στήν Ἁγία Εὐαγγελίστρια Πρεβέζης. Θά σᾶς περιγράψω ἕνα ἀληθινό περιστατικό, πού εἶναι ἀπό αὐτά πού μένουν πάντα χαραγμένα στήν ψυχή μας.

Πολλά ἀπό τά γεγονότα πού συμβαίνουν στή ζωή μας, θέλουμε εἴτε νά τά ξεχάσουμε, γιατί μᾶς λύπησαν, εἴτε τά θυμόμαστε μέ νοσταλγία καί ἀγάπη ριζώνουν στή μνήμη μας. Ἔτσι καί ἐγώ δέν θά ξεχάσω τή μικρή μου ἡρωΐδα τή Σωτηρούλα πού συνάντησα μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας.

Ἡ Παναγία ἡ Εὐαγγελίστρια εἶναι μία μεγάλη ἀσημένια εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού κρατᾶ στήν ἀγκαλιά της τό Χριστό. Κάθε ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς Παναγίας ἔχει στήν ἀγκαλιά της ἤ στήν κοιλιά της τό Χριστό. Κι ἐμεῖς προσκυνώντας τήν Παναγία προσκυνοῦμε συγχρόνως καί τόν Χριστό.

Ἡ Παναγία ἡ Εὐαγγελίστρια εἶναι τοποθετημένη σέ ἕνα ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, στολισμένο μέ περίτεχνο τρόπο, ὅπως ἁρμόζει στή Μεγάλη Κυρία καί Μητέρα μας. Βρίσκεται σέ ἕνα δωμάτιο στό ἰσόγειο ἑνός σπιτιοῦ.

Ἀποτελεῖ σημαντικό οἰκογενειακό κειμήλιο δύο οἰκογενειῶν τῆς Πρέβεζας, πού διακονοῦν τήν Παναγία μέ μεγάλη πίστη καί ζῆλο καί τήν ἑορτάζουν στίς 25 Μαρτίου ἀνήμερα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

Ἡ εἰκόνα ἔχει μεγάλη ἱστορία, πού ἀξίζει νά τήν ἀναφέρουμε, σύμφωνα μέ αὐτά πού μᾶς εἶπε ἡ κυρία Ἁγνή, ἡ μία ἀπό τίς δύο κυρίες πού τήν ἔχουν καί τήν διακονοῦν μέ ἀγάπη.

Ἡ θαυματουργή αὐτή εἰκόνα χρονολογεῖται ἀπό τόν καιρό τῆς τουρκοκρατίας. Κάποια μέρα Τοῦρκοι ἐργάτες «κλαρίζαν», δηλαδή ἔκοβαν κλαδιά ἐπάνω στό λόγγο. Μαζί τους ἦταν καί πολλοί χριστιανοί ἀνάμεσα στούς ὁποίους καί ὁ πρόγονος τῆς κυρίας Ἁγνῆς.

Ἐνῶ δούλευαν, ξαφνικά οἱ Τοῦρκοι βρίσκουν ἀνάμεσα στά κλαδιά δύο μεγάλες χριστιανικές εἰκόνες. Ἡ μία ἦταν ἡ Παναγία ἡ Εὐαγγελίστρια καί ἡ ἄλλη εἰκόνα ἦταν ἡ Παναγία ἡ Ὁδηγήτρια. Τίς βγάζουν ἀπό τά βάτα, τίς κοιτάζουν προσεχτικά καί προτείνουν στούς χριστιανούς νά τίς ἀ γοράσουν. Διαφορετικά θά τίς πετοῦσαν.

Ἔτσι λοιπόν ἀγοράζει τήν Παναγία τήν Εὐαγγελίστρια ὁ πρόγονος τῆς κυρίας Ἁγνής καί τήν ἄλλη εἰκόνα κάποιος ἄλλος χριστιανός. Ἔπειτα, ὅταν ἦρθε ὁ κατάλληλος χρόνος, παντρεύεται μέ μιά ἐνάρετη κόρη ἀπό τήν Ἄρτα.

Μένουν στήν Ἄρτα κάποια χρόνια καί ἔρχεται ἡ στιγμή νά μετακομίσουν στήν Πρέβεζα, ὅπου θά ζοῦσαν μόνιμα.

Τήν παραμονή πού θά ἔφευγαν, κάποιες εὐσεβεῖς κυρίες ἀπό τήν Ἄρτα βλέπουν στόν ὕπνο τους τήν Παναγία νά τούς ἀποχαιρετᾶ καί νά τούς λέει, ὅτι θά τίς προστατεύει καί ἀπό τή νέα της κατοικία.

Φτάνοντας ἡ οἰκογένεια, δηλαδή ὁ προπαππούς καί ἡ προγιαγιά τῆς Ἁγνῆς, στήν Πρέβεζα ἀποφασίζουν νά χτίσουν μέσα στό σπίτι ἕνα μικρό ἐκκλησάκι πού τοποθέτησαν μέσα σ αὐτό τήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας καί μέ τόν καιρό γίνεται λαϊκό προσκύνημα.

Στή χάρη Της πηγαίνουν καθημερινά ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας νά τήν παρακαλέσουν νά κάνει τό θαῦμα της. Νά μαλακώσει τίς ψυχές, νά θεραπεύσει ἀνίατες ἀσθένειες καί νά πραγματοποιήσει τά αἰτήματα τῶν πιστῶν, ὅσα βέβαια εἶναι πρός συμφέρον τῆς ψυχῆς τους.

«Καί σέ μεσίτριαν ἔχω πρός τόν φιλάνθρωπον Θεόν», τήν ἱκετεύουμε κάθε φορά πού ψάλλουμε τήν παράκλησή Της. Στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τῆς μεγαλόδωρης Μητέρας τοῦ Κυρίου μας ρίγη συγκίνησης καταλαμβάνει τόν κάθε πιστό.

Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι κάθε χρόνο στήν Κοίμησή Της, στίς 15 Αὐγούστου χιλιάδες χριστιανοί πηγαίνουν γονατιστοί νά προσκυνήσουν τή χάρη Της κρατώντας τό τάμα τους, μιά μεγάλη λαμπάδα. Ἡ Παναγία τῆς Τήνου, ἡ Σουμελά, ἡ Ἐκατονταπυλιανή τῆς Πάρου καί ἡ Παναγιά τῆς Ἁγιάσου στή Λέσβο, εἶναι μεγάλα καί ἱερά προσκυνήματα στήν Ἑλλάδα.

Ἐκεῖνο πού ἀξίζει νά τονίσουμε εἶναι ὅτι ἡ Παναγία κάνει τό θαῦμα Της, εἴτε βρίσκεται σέ μεγάλο ναό, εἴτε βρίσκεται σέ ἔνα μικρό ἐξωκκλήσι, ἀρκεῖ νά τήν ἐπικαλούμαστε πάντα μέ πίστη.

Ἕνας ἁγιορείτης ἔλεγε ὅτι ἡ Παναγία θέλει δυνατή πίστη καί πολλά δάκρυα. «Καθοδήγησε τό δρόμο μου ἐσύ Μεγαλόχαρη», πρέπει νά τήν παρακαλοῦμε. Καί Ἐ κείνη θά μᾶς δείξει σύντομα ποιό δρόμο εἶναι ὠφέλιμο νά ἀκολουθήσουμε. Προσέξτε τή δύναμή Της.

Ἦταν ἕνας νέος σέ ἡλικία γάμου καί ἐπιθυμοῦσε νά γίνει μοναχός. Ὅμως ἀμφιταλλαντευόταν μεταξύ τοῦ ἐγγάμου βίου καί τοῦ μοναχισμοῦ. Γιά νά μήν πάρει μία βεβιασμένη ἀπόφαση, ἐξομολογεῖται στόν πνευματικό του τό δίλημμα πού ἀντιμετώπιζε.

Ὁ γέροντάς του τόν συμβούλευε νά λέει κάθε βράδυ στήν προσευχή του στήν Παναγία νά τοῦ δείξει τό δρόμο του. Ἄκουσε τή συμβουλή τοῦ Γέροντά του καί τήν ἐφάρμοζε γιά ἀρκετό καιρό.

Ὥσπου ἦρθε ἡ κατάλληλη στιγμή καί ἡ Παναγία θαυματουργικά τοῦ ἔδειξε τά σημάδια της, ὅτι ἔπρεπε νά ἀκολουθήσει τόν ἔγγαμο βίο. Γι αὐτό καί ἀξίζει νά μήν ἀφήσουμε τό γλυκό της ὄνομα ἀπό τό στόμα μας κατά τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

Μετά ἀπό τήν παρένθεση αὐτή ἄς ἔρθουμε ξανά στό δικό μας προσκύνημα. Ὅπως προαναφέραμε ἡ θαυματουργή εἰκόνα βρίσκεται σέ ἕνα μικρό δωμάτιο. Στό μικρό αὐτό χῶρο νιώθει ὁ καθένας ἔντονη κατάνυξη, πού ἀπορρέει ἀπό τή χάρη τῆς Παναγίας.

Πολλές εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί διαφόρων ἁγίων εἶναι κρεμασμένες στόν τοῖχο τοῦ μικροῦ προσκυνήματος. Δύο στρογγυλά μεγάλα καντήλια μένουν ἄσβηστα ὅλη τήν ἡμέρα καί φυσικά ὑπάρχει καί τό μανουάλι, πού ἀνάβει ὁ κόσμος τά κεριά του.

Τά βάζα μέ τό μεθυστικό ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν ἔχουν κι αὐτά τό ρόλο τους. Μοιάζουν μέ τό θυμιατό μέ τό ἐξαίσιο ἄρωμα τοῦ λιβανιοῦ, πού κατευθύνει τήν προσευχή μας στό Θεό. Τέσσερεις καρέκλες παλαιοῦ τύπου ἐπιτρέπουν στούς πιστούς νά ξαποσταίνουν καί νά προσεύχονται πιό ξεκούραστα.

Ὁποιαδήποτε ὥρα καί ἄν πάει κάποιος νά προσκυνήσει δέν βρίσκει τό ἐκκλησάκι χωρίς νά βρίσκεται κάποιος μέσα. Οἱ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς, ὅταν δέν ἔ χουν δουλειά, συνηθίζουν νά πηγαίνουν νά κάνουν παρέα στήν Παναγία, ἰδιαίτερα τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

Ἡ συγκίνηση, ἡ εὐλάβεια καί ἡ κατάνυξη πού ἐπικρατεῖ εἶναι μεγάλη. Παραμονή τῆς μεγάλης γιορτῆς μαζεύονται οἱ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς καί στολίζουν μέ πολύχρωμα λουλούδια τήν Ἁγία Εἰκόνα. Ὡς βάση χρησιμοποιοῦν τό γαρύφαλλο σέ ὅλες του τίς ἀποχρώσεις. Τήν ὥρα τοῦ στολισμοῦ, τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας ψέλνουν καί διάφορους ὕμνους.

Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας μέρας ψάλλεται ὁ ἑσπερινός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου ἀπό τόν ἱερέα τῆς κοντινῆς ἐκκλησίας καί διαβάζονται οἱ ἀρτοκλασίες τοῦ κόσμου. Ἐπειδή τό ἐκκλησάκι εἶναι στενό καί μικρό σέ χῶρο ὁ κόσμος φτάνει μέχρι ἔξω στό δρόμο. Δέν δυσανασχετεί κανείς οὔτε κουράζεται. Δίνει σέ ὅλους δύναμη καί ὑπομονή ἡ δυνατή τους πίστη.

Μόλις ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ, μοιράζονται οἱ ἀρτοκλασίες καί ἀνταλλάσουν εὐχές ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο γιά ὑγεία καί προστασία παρά Θεοῦ.

Τό βράδυ, ὅσες γυναῖκες μποροῦν, ξενυχτοῦν στό μικρό ἐκκλησάκι καί μπροστά στήν εἰκόνα, διαβάζουν παρακλήσεις ὅλη τή νύχτα, τρῶνε λειτουργιές, πίττες καί ἄλλα νηστήσιμα ἐδέσματα. Ἐπίσης συζητοῦν γιά θαύματα πού ἔχουν ἀκούσει ἤ διαβάσει καί περνᾶ τό ὑπόλοιπο τῆς νύχτας κατ αὐτόν τόν τρόπο.

Παραλείψαμε νά ἀναφέρουμε, ὅτι δίνουν εὐλογία στόν κόσμο βαμβάκι μέ λαδάκι τῆς κανδήλας, ἀφοῦ πρῶτα τό σταυρώσουν στή θαυματουργή εἰκόνα.

Ἀνήμερα τῆς γιορτῆς τοῦ εὐαγγελισμοῦ γίνεται ξανά παράκληση στήν Παναγία καί τελειώνει ἡ μέρα μέσα σέ κλίμα ὑψηλής θρησκευτικότητας. Ἀπό τίς ἀφηγήσεις τῶν μεγαλυτέρων μαθαίνουμε, ὅτι ἀπό παλιά ἕνας προηγούμενος Δεσπότης ἔδωσε ἐντολή σέ ἕναν ἱερέα νά πάρει τήν εἰκόνα ἀπό τό μέρος πού βρίσκεται καί νά τήν τοποθετήσει σέ κάποιο ναό.

Ὁ ἱερέας ὑπάκουσε στήν ἐντολή τοῦ Δεσπότη. Ἀλλά καί οἱ κάτοχοι τῆς εἰκόνας ὑπάκουσαν.

Περνᾶ τό πρῶτο βράδυ. Τό δεύτερο βράδυ ὁ ἱερέας βλέπει σέ ὅραμα τήν Παναγία νά τοῦ λέει νά τήν πάει πίσω στόν τόπο της. Ὁ ἱερέας δέν ἔδωσε ἰδιαίτερη σημασία. Τό τρίτο βράδυ ὅμως, ἡ Παναγία ἐμφανίζεται ξανά τά μεσάνυχτα στόν ἱερέα πού κοιμόταν, τοῦ τινάζει τό σεντόνι γιά νά τόν ξυπνήσει καί τοῦ λέει αὐστηρά, νά πάει τήν εἰκόνα πίσω.

Τήν ἄλλη μέρα πρωΐ πρωΐ ὁ ἱερέας ἐξομολογεῖται στό Δεσπότη ὅσα τοῦ συνέβησαν. Καί μετά ἐπιστρέφουν τήν Ἁγία εἰκόνα στούς ἰδιοκτῆτες της. Ἔκτοτε ἡ Παναγία μας φυλάσσεται στό δικό της σπίτι. Τήν διακονοῦν ἡ κυρία Ἁγνή καί ἡ κυρία Γεωργία καί ὁ κόσμος πηγαίνει, προσκυνᾶ, ἀνάβει τό κερί του δείχνοντας ἔτσι τόν σεβασμό του στήν Παναγία.

Ἡ ἀφήγηση τῆς κυρίας Ἁγνής μέ εἶχε συνεπάρει καί τήν παρακάλεσα νά μοῦ διηγηθεῖ μερικά ἀπό τά θαύματα τῆς Παναγίας τῆς Εὐαγγελιστρίας. Συνέχισε νά ἀφηγείται καί μοῦ διηγήθηκε τό ἀκόλουθο θαῦμα:

Τόν καιρό ἐκεῖνο πρίν ἀρκετά χρόνια δηλαδή ἡ γιαγιά της δάνεισε τήν θαυματουργή εἰκόνα σέ ἕναν ἀξιωματικό γιά νά προσευχηθεῖ, ἐπειδή ἀντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα μέ τήν ὑγεία του. Ὁ καημένος ὁ ἀξιωματικός, χωρίς νά τό κάνει σκόπιμα, ἀνέβαλε συνεχῶς τήν ἐπιστροφή τῆς εἰκόνας στή θέση της.

Νά ὅμως πού στόν ὕπνο του παρουσιάζεται ἡ ἴδια ἡ Παναγία καί τοῦ λέει: «Ξέρεις ποιά εἶμαι ἐγώ, σέ παρακαλῶ αὔριο νά μέ ξαναπᾶς στή θέση μου». Συγκινημένος ὁ ἀξιωματικός ἔκανε, ὅ,τι ἀκριβῶς τοῦ εἶπε ἡ κυρία Θεοτόκος.

Ὅμως, τό πιό σημαντικό θά ἔλεγα εἶναι τό ἀκόλουθο θαῦμα, γιά τό ὁποῖο ἔχω καί προσωπική ἐμπειρία. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι οἱ συγγενεῖς τῶν ἀσθενῶν ἔπαιρναν τήν εἰκόνα στό σπίτι τους, γιά νά ζητήσουν τήν εὐλογία τῆς Παναγίας καί γιά νά προσευχηθοῦν.

Συνήθως τήν ἔπαιρναν τήν Εἰκόνα, ὅταν κάποιος ἦταν ἀσθενής πολύ βαριά. Ὅποιος κρατοῦσε τήν εἰκόνα στά χέρια του, ἄν τήν αἰσθανόταν βαριά αὐτό ἦταν κακό προμήνυμα, πού σήμαινε, ὅτι ὁ ἀσθενής θά ἔφευγε ἀπό τή ζωή αὐτή. Ὅταν ὅμως ἡ εἰκόνα ἦταν ἐλαφριά σάν πούπουλο, αὐτό σήμαινε, ὅτι ὁ ἀσθενής θά θεραπευόταν ἀπό τήν ἀσθένεια, πού τόν βασάνιζε.

Γιά ὅσους εἰρωνεύονται αὐτήν τήν ἀντίληψη τούς ἀπαντᾶμε, ὅτι τό ἄπειρο καί πάνσοφο τοῦ Θεοῦ χώρεσε μέσα στήν Παναγία πού τήν ἔκανε πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν. Χωράει καί ἐνεργεῖ καί μέσα στίς ἀντιλήψεις καί στά ἔθιμα τῶν λαῶν.

Καί στήν Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε, ὅτι ὁ Θεός πορεύεται παράλληλα μέ τά ἔθιμα τοῦ λαοῦ. Τόν προετοιμάζει, καί ὅταν ὡριμάσει, τοῦ ἀποκαλύπτει ὑψηλές ἠθικές καί θεολογικές διδασκαλίες.

Στόν προφήτη Ἰωνᾶ σιγά σιγά, ἀνάμεσα ἀπό προκαταλήψεις καί ρατσισμούς ἐποχῶν, ἀποκαλύφθηκε, ὅτι ὁ Θεός ἐνδιαφέρεται νά σώσει καί τούς ἀλλοεθνεῖς. Βλέποντας στήν καρδιά τους κάτι καλό, ταπείνωση καί μετάνοια, τότε εὔκολα τούς δίνει τό θεῖο φωτισμό μέ τή θεία ἀλήθεια καί διώχνει τίς πλάνες τους.

Πρόβλημα γιά τή σωτηρία εἶναι ἡ ἀταπείνωτη καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ αἰώνια ἀκαμψία τῆς ἀλαζονείας. Σᾶς εἶπα προηγουμένως γιά προσωπική ἐμπειρία καί δέν τό ἀνέφερα ἀβάσιμα. Ἕνας θεῖος μου, ἀδελφός τῆς μητέρας μου, πού ὑπέφερε ἀπό τά νεφρά του, βρισκόταν στό τελευταῖο στάδιο τῆς ἀσθένειάς του.

Ἀποφασίζουμε νά πάρουμε καί ἐμεῖς τήν εἰκόνα στό σπίτι του. Ἤθελε πολύ νά προσευχηθεῖ στή χάρη της. Μᾶς δίνουν τήν εἰκόνα, τήν ὁποία καί κράτησε εὐλαβικά ἡ μητέρα μου.

Ἡ Ἁγία Εἰκόνα ὅμως τόσο ὅταν τήν πήραμε, ὅσο καί ὅταν τήν παραδώσαμε ἦταν πάρα πολύ βαριά. Καταλάβαμε ὅτι κάτι κακό σήμαινε αὐτό. Πράγματι, δέν κάναμε λάθος καί σέ λιγότερο ἀπό χρονικό διάστημα δέκα ἡμερῶν ὁ ἀδελφός τῆς μητέρας μου Σταῦρος κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ.

Συνέχισα νά ρωτάω τήν ἀξιοσέβαστη κυρία Ἁγνή τί ἄλλο θαῦμα γνωρίζει καί μοῦ εἶπε γιά τό χαρακτηριστικό «κριτσάνισμα». Παραξενεύτηκα καί ἐγώ ἡ ἴδια, ὅταν τό ἄκουσα. Ἄραγε τί νά ἐννοεῖ σκέφτηκα;

Μοῦ ἐξήγησε λοιπόν, ὅτι κατά τή διάρκεια κάποιων ὡρῶν μέσα ἀπό τήν εἰκόνα ἀκούγεται ἕνας ἦχος. Π.χ. ὅπως ἀκούγεται, ὅταν ἀκουμπήσει κάποιος τό αὐτί του στόν τάφο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στήν Αἴγινα. Ὁ ἦχος αὐτός ὅμως δέν ἀκούγεται σέ ὅλους.

Μιά φορά ἦταν ἕνας ἀσθενής βαριά ἄρρωστος καί σχεδόν ἕτοιμος γιά νά πεθάνει. Πῆρε δύναμη καί κουράγιο καί ὄντας πιστός πῆγε νά ἀνάψει τό κεράκι του καί νά προσκυνήσει τήν Παναγία. Ὦ τοῦ θαύματος! Ἀκούει τόν ἦχο αὐτόν νά βγαίνει μέσα ἀπό τήν εἰκόνα. Τό λέει στίς δύο κυρίες κλαίγοντας ἀπό πίστη καί χαρά καί ἔκτοτε εἶναι πολύ καλά.

Πολύ παλιά τόν καιρό, πού ζοῦσε ἀκόμη ἡ μητέρα τῆς κυρίας Ἁγνῆς, πού ἦταν μιά εὐσεβέστατη γυναίκα, ἐπέτρεπε σέ ἀσθενείς νά κοιμηθοῦν μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας καί μετά ἀπό λίγον καιρό γίνονταν καλά.

Στό σημεῖο αὐτό θά ἀναφέρουμε, ὅτι τό θαῦμα γιά νά γίνει, προϋποθέτει δυνατή πίστη. Τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά συμβεῖ, ἐάν εἶναι πρός τό συμφέρον τῆς ψυχῆς μας καί πρός ὄφελος καί τῶν ἄλλων ἀνθρώπων γιά νά πιστέψουν στή δύναμη τοῦ Χριστοῦ.

Εἶναι παραδεκτό καί ἀδιαμφισβήτητο, ὅτι ἡ Ἁγία Εὐαγγελίστρια εἶναι πολύ θαυματουργή. Ἔκανε πολλά θαύματα καί παλιότερα καί στίς μέρες μας. Ἄνθρωποι μεγαλύτερης ἡλικίας θυμοῦνται νά θεραπεύτηκαν ἀσθενεῖς μέ μελαγχολία, παραπληγίες καί ἄλλες δύσκολες καί πολλές φορές ἀνίατες ἀσθένειες.

Γι αὐτό καί ἀξίζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνηση στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ὅπως λέει ἡ Ἐκκλησία μας καί αἰσθάνεται ἡ κοινή συνείδηση τῶν πιστῶν.

Αὐτά σχετικά μέ τό ἱστορικό καί τά θαύματα τῆς Παναγίας τῆς Εὐαγγελιστρίας.

Ἔφτασε ἡ κατάλληλη στιγμή νά ἀναφερθοῦμε καί στή μικρή μας Σωτηρούλα. Εἶναι πραγματικά ἔνδιαφέρον ἀγαπητοί μου φίλοι.

Ὅπως σᾶς εἶπα καί στήν ἀρχή, ἦταν ἕνα ζεστό μεσημέρι. Ἔπρεπε νά κάνω κάποια ψώνια. Τελειώνοντας τή δουλειά μου πηγαίνω νά ἀνάψω ἕνα κεράκι καί νά προσκυνήσω.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι εἶχα κουραστεῖ καί κάθισα λίγο νά πάρω μιά ἀνάσα καί νά ξεκουραστῶ ἀντικρύζοντας τό ἱλαρό πρόσωπο τῆς Παναγίας. Ἦρθε καί ἄλλος κόσμος νά προσκυνήσει. Ἀπό μέσα μου ἔλεγα τήν εὐχή «Ὑπεραγία Θεοτόκε Σῶσον ἡμᾶς». Καί προσευχόμουν γιά μένα, γιά τούς οἰκείους μου καί γιά ὅλον τόν κόσμον.

Ἔπειτα ἀπό λίγο ἔρχεται καί μία κυρία κρατώντας ἀπό τό χέρι ἕνα μικρό χαριτωμένο κοριτσάκι. Μέ χαιρετοῦν εὐγενικά καί κατευθύνονται πρός τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἀφοῦ πρῶτα ἄναψαν ἀπό ἕνα κεράκι.

Πρώτη πηγαίνει ἡ νεαρή κυρία στή θαυματουργή εἰκόνα. Μέ εὐλάβεια κάνει μιά γονυκλισία στήν κυρία Θεοτόκο, καί κάνει τό σημεῖο τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ.

Προσκυνᾶ μέ συγκίνηση τή θαυματουργή εἰκόνα καί στή συνέχεια πηγαίνει πρός τά πίσω μέ ἀργά βήματα, δίνοντας τή θέση στήν κόρη της, σά νά τῆς ἔλεγε: «τώρα παιδί μου εἶναι ἡ σειρά σου νά τιμήσεις τήν Παναγία μας».

Βλέπω τότε τή μικρούλα Σωτηρούλα κατά τό παράδειγμα τῆς μητέρας της, νά κάνει πρῶτα τό σταυρό της καί νά προσκυνᾶ τή θαυματουργή εἰκόνα. Στή συνέχεια παίρνει στά μικρά της χεράκια ἕνα ἀναμμένο κεράκι καί γονατίζει μπροστά στήν Ἁγία Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Εὐαγγελίστριας.

Νόμισα ὅτι ἔβλεπα ἕναν ἄγγελο. Καί τώρα εἶμαι σίγουρη, ὅτι ὁ Θεός μέ ἀξίωσε νά δῶ αὐτό τό ἀγγελούδι γιά νά τονωθῶ στήν πίστη μου.

Ἤξερα ὅτι ἀπό διακριτικότητα ἔπρεπε νά φύγω. Ὅμως κάτι μέσα μου μέ κρατοῦσε. Ἡ μητέρα τῆς μικρούλας μοῦ εἶπε σιωπηρά νά παραμείνω καί ὅτι δέν τούς ἐνοχλοῦσε ἡ παρουσία μου.

Τό παιδάκι ἀπερίσπαστο ἀπό ὁ,τιδήποτε θά μποροῦσε νά τραβήξει τήν προσοχή του, κοιτάζει τόν Χριστό καί τήν Παναγία καί ἀρχίζει νά λέει τήν προσευχούλα, πού τῆς ἔμαθε ἡ μητέρα της:

Μετά σηκώθηκε, ἔσβησε τό μικρό κερί πού κρατοῦσε καί τό τοποθέτησε στό μανουάλι. Ἔκανε τό σταυρό της μαζί μέ μιά γονυκλισία, σάν νά ἦταν καμιά μεγάλη γυναίκα καί προσκύνησε τήν Παναγία μας μέ παιδική σοβαρότητα.

Ἡ μητέρα τῆς μικρῆς συγκινημένη τή φίλησε στοργικά καί τήν χάϊδεψε. Ἀφοῦ μᾶς χαιρέτησαν ξεκίνησαν νά φύγουν. Τότε τῆς εἶπα, ἄν εἶχε τήν καλωσύνη, νά παραμείνει λίγο ἀκόμη. «Εὐχαρίστως», μοῦ ἀπαντᾶ εὐγενικά ἡ μητέρα τῆς μικρούλας. Κάθησαν ἀπέναντί μου καί ἀρχίσαμε νά συζητᾶμε.

Ἐγώ τή ρώτησα: «πῶς λέγεται τό καλό καί συμπαθητικό κοριτσάκι σας»;

Αὐτή μοῦ ἀπάντησε: «Τό λένε Σωτηρούλα».

Τῆς εἶπα: «Σᾶς συγχαίρω γιά τήν ἀνατροφή πού δίνετε στήν κόρη σας».

Καί συνέχισα «Μακάρια εἶναι ἡ μάνα, πού ὁδηγεῖ τό κοριτσάκι της μπροστά στήν Παναγία, νά τό εὐλογήσει. Ὅποιος ὁδηγεῖ τό νήπιο στό δρόμο τοῦ Θεοῦ σπέρνει ἀρετές πού θά καρποφορήσουν στό μέλλον.

Κάτω ἀπό τή σκέπη τῆς Παναγίας ὑπάρχει τό Θεῖο ἔλεος, ἡ ἀμέτρητη ἀγάπη καί ἡ προστασία, πού ἔχει ἀνάγκη κάθε ἄνθρωπος».

Ἡ καλή κυρία καί μητέρα τῆς Σωτηρούλας συμφώνησε μαζί μου. Ἡ συζήτηση πού εἴχαμε τοποθετήθηκε γύρω ἀπό τήν πίστη μας καί τίς ἠθικές ἀξίες στήν ἐποχή μας. Τότε θυμηθήκαμε ἐκεῖνο τό σοφό λόγο πού λεγόταν κατά καιρούς ἀπό διαφόρους παιδαγωγούς. «Δῶστε μου μιά οἰκογένεια νά σᾶς φτιάξω μιά κοινωνία».

Ἡ Σωτηρούλα μᾶς ἄκουγε μέ μεγάλη προσοχή. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση, ὅτι ἕνα κοριτσάκι τῶν ἐπτά ἐτῶν, πού ἔκρινα ὅτι θά πήγαινε στή δεύτερη τάξη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἔχει τόσο μεγάλη πίστη στό Θεό καί εὐλάβεια στήν Παναγία, ἀλλά καί σύνεση.

Παρόλο πού εἶναι μικρή στήν ἡλικία καί λεπτοκαμωμένη, συνδυάζει τήν παιδική ἀθωότητα, ἀλλά καί τήν πνευματική ὡριμότητα ἑνός μεγάλου ἀνθρώπου. Αὐτό ὀφείλεται στήν καθαρή ψυχή τοῦ παιδιοῦ, ἀλλά καί στήν ἀνατροφή πού ἔδωσε ἡ μητέρα της.

Αὐτό τό συμπαθέστατο κοριτσάκι μέ τά εὐγενικά χαρακτηριστικά καί τήν εὐσεβέστατη μητέρα του, μοῦ ἔδωσαν ἔμπνευση νά γράψω αὐτό τό βιβλίο καί νά προβληματιστῶ γιά τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση.

Τά νήπια ἐξέλεξε ὁ Θεός γιά νά καταισχύνει τούς ἀσεβείς, πού αὐτοθαυμάζονται καί νομίζουν ὅτι εἶναι σοφοί καί ἰσχυροί ἐνῶ εἶναι ἀπογυμνωμένοι ἀπό τή θεία χάρη. Γι αὐτό μωραίνονται. Ἀντίθετα τό μικρό κοριτσάκι πού ἔχει τή θεία χάρη ἔχει τή σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος φωτίζει τίς ἁγνές καί καθαρές ψυχές.

Μοῦ ἔφερε στή μνήμη ἕνα διεθνές θεολογικό συνέδριο, πού ἔγινε σέ ἕνα Ὀρθόδοξο ἱερό Ναό σέ μιά πόλη τῆς Εὐρώπης. Συμμετεῖχαν Ὀρθόδοξοι, Παπικοί καί Προτεστάντες Θεολόγοι. Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου ἦταν ἕνας Προτεστάντης. Ὅλοι τους ἦταν πολύ γραμματισμένοι μέ διδακτορικά καί διπλώματα. Τό θέμα τοῦ συνεδρίου ἦταν: Τί εἶναι ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση.

Συζητοῦσαν ἀρκετές ὧρες προσπαθώντας νά βγάλουν κάποιο συμπέρασμα. Ὁ κάθε Θεολόγος ἀνέπτυσσε τή δική του ἐπιχειρηματολογία. Δέν μποροῦσαν ὅμως νά καταλήξουν πουθενά συγκεκριμμένα καί χειροπιαστά. Τό θέμα τούς εἶχε κυριολεκτικά «βασανίσει». Αὐτά πρίν ἀπό τίς σπουδές καί τούς τίτλους χρειάζεται θεῖος φωτισμός.

Οἱ ὧρες περνοῦσαν καί τό συνέδριο κόντευε νά τελειώσει ἄγονα, ὥσπου μπῆκε στό Ναό μιά γιαγιά μέ τήν ἐγγονούλα της.

Ρίχνει ἡ γιαγιά στό παγκάρι ἕνα νόμισμα καί παίρνει ἕνα κερί. Δίνει καί στή μικρούλα ἐγγονή της ἄλλο ἕνα νόμισμα καί τό ρίχνει αὐτή στό παγκάρι μόνη της. Ἀνάβει ἡ γιαγιά τό κερί της. Μετά κρατάει στή χούφτα της τό χέρι τῆς ἐγγονῆς καί τή βοηθάει νά ἀνάψει τό κερί χωρίς νά καεῖ.

Προσκυνᾶ ἡ γιαγιά τό εἰκόνισμα καί κρατάει στήν ἀγκαλιά τήν ἐγγονή νά προσκυνήσει καί αὐτή. Στή συνέχεια κατευθύνεται πρός τό τέμπλο. Ἀφήνει ἡ γιαγιά, ἀπό τήν ἀγκαλιά της, τήν ἐγγονούλα της καί προσκυνᾶ μέ εὐλάβεια ὅλες τίς εἰκόνες, πού βρίσκονται στό τέμπλο ἀρχίζοντας ἀπό τίς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας καί ὅλων τῶν ὑπολοίπων ἁγίων μετά.

Τό μικρό κοριτσάκι μέ τήν ἁγνή καί καθαρή ψυχή, ἀφοῦ πρῶτα παρατήρησε τήν καλή του γιαγιά προσεκτικά, χωρίς ἐκείνη νά τῆς ἐξηγήσει θεωρητικά, τί ἔπρεπε νά κάνει ἡ μικρή ὡς μία σωστή χριστιανή, ἀκολούθησε τό παράδειγμα τῆς γιαγιάς της καί μέ περισσή εὐλάβεια ἄρχισε τήν προσκύνηση τῶν εἰκόνων. Προσκυνοῦσε κάθε εἰκόνα μετά ἀπό τήν προσκύνηση τῆς γιαγιάς της. Γιά τήν ἐγγονή ἡ γιαγιά ἄξιζε περισσότερο ἀπό τά συνέδρια καί τίς σχολές.

Οἱ γνῶμες χωρίς βιωματική ἐμπειρία καταλήγουν σέ θεωρητικές ἀπεραντολογίες. Γι αὐτό στίς θεολογικές συζητήσεις οἱ αἱρέσεις ἦταν ἀπροσγείωτες. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας διατύπωσαν τά δόγματα ἀφοῦ τά πέρασαν ἀπό τή βιωματική ἐμπειρία τῆς ἱστορίας.

Ἔχοντας τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τήν ὑπακοή στήν ὑπερφυσική Ἀποκάλυψη ἀπέκτησαν δογμάτων ἀκρίβεια καί βίου καθαρότητα καί μᾶς παρέδωσαν τήν ἁλυσίδα τῆς παραδόσεως κομψοτέχνημα καί ἀριστούργημα τῆς ἀλήθειας.

Ἡ Ὀρθοδοξία φώτισε τούς λαούς μέ τήν ἀλήθεια της.

Ὅμως στό διάβα τῶν αἰώνων ἡ ἀλλοτρίωση τῶν ἀνθρώπων, πού ἦταν μιά μετάσταση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, προκάλεσε ἔξωση ἀπό τόν παράδεισο τῆς Ὀρθοδοξίας καί καταντήσαμε νά κάνουμε διαλόγους μέ ἀλλοπίστους καί ἑτεροδόξους οἱ ὁποῖοι δέν μποροῦν νά καταλάβουν τήν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση.

Πῶς μποροῦν οἱ Προτεστάντες πού δέν ἔχουν παράδοση νά μᾶς διδάξουν τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση; Πῶς μποροῦν οἱ παπικοί πού διέστρεψαν τήν Ἱερά Παράδοση νά ἐκφράσουν τήν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση; Πῶς μποροῦν οἱ μουσουλμάνοι τῶν χαρεμίων νά καταλάβουν τό ἀειπάρθενον τῆς ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου καί τό «ἄσπιλε ἀμόλυντε ἄχραντε;»

Ὅμως, ἐνῶ δέν μποροῦσαν οί σύνεδροι νά διατυπώσουν γνώμη, ἡ παρουσία τῆς γιαγιᾶς μέ τήν ἐγγονή της καί ὅλη ἡ ἱεροτελεστία τοῦ προσκυνήματος τους, τούς προσγείωσε. Σταμάτησαν τή συζήτηση καί πρόσεχαν τή γιαγιά μέ τήν ἐγγονή.

Ἡ παλιά γενιά μεταδίδει τήν Ὀρθοδοξία στή νέα γενιά πού ἔρχεται καί μαθαίνει καί διδάσκεται. Οἱ Γεροντάδες τοῦ Ἁγίου Ὄρους μεταδίδουν στά καλογεροπαίδια τους τή βιωματική Ὀρθοδοξία, χωρίς θεωρητική πολυπραγμωσύνη. Οἱ χειροῦργοι μεταδίδουν στούς μαθητές τους τή χειρουργική τέχνη παράλληλα μέ τή θεωρητική μάθηση.

Ὁ πρόεδρος τοῦ συνεδρίου, πού ἦταν Προτεστάντης, διέκοψε τή σιωπή καί δείχνοντας τή γιαγιά μέ τήν ἐγγονή της εἶπε: «Νά ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση πού μεταδίδεται ἀπό γενιά σέ γενιά. Γι αὐτό ἄντεξε στή μουσουλμανική πίεση καί στίς δυτικές ἐπιδράσεις». Τά εἶπε αὐτά ἀλλά κι αὐτός δέν ξεκολλοῦσε ἀπό τήν χωρίς παράδοση παράδοσή του.

Θυμάμαι κάτι ἀκόμη. Ἦταν μιά κοπέλα, πού ἀπό μικρή ἦταν ἀνυπάκουη. Τήν μεγάλωσε ἡ γιαγιά της καί τῆς μετέδιδε τήν ἀγάπη στό Χριστό. Ὅμως ἡ κοπέλα θεωροῦσε, ὅτι ἡ θρησκεία μας ἦταν ἕνα παραμύθι γιά παιδιά καί δέν ἔκανε ἔργο πίστεως.

Ἡ γιαγιά της προσευχόταν νά τήν φωτίσει ὁ Θεός νά πιστέψει, γιά νά σωθεῖ. Μεγάλωσε ἡ κοπέλα. Ἔφτασε στήν ἡλικία τῶν εἴκοσι ἐτῶν καί ἐκείνη φώναζε, ἐξαγριωνόταν καί οὔρλιαζε, ὅταν τῆς ἔλεγαν γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν Ὀρθοδοξία.

Εἶχε γίνει μία ἀντάρτισσα. Τήν ἐνοχλοῦσαν μέχρι καί τά εἰκονίσματα, σέ σημεῖο πού ἤθελε νά τά βγάλει. Ὅλοι τό πῆραν ἀπόφαση ὅτι ἦταν πιά ἄθεη.

Κάποτε ἡ κοπέλα ἀντιμετώπισε ἕνα σοβαρό πρόβλημα ὑγείας. Σιγά, σιγά ἔφτανε πρός τό θάνατο. Ἡ μόνη της ἐλπίδα ἦταν ὁ Θεός. Τότε ἡ νεαρή γυναίκα ἀναζήτησε τό Θεό, ἐξομολογήθηκε, προσευχήθηκε, κοινώνησε τά ἄχραντα μυστήρια.

Ἡ περιπέτεια τῆς ὑγείας της τήν ἔκανε νά θυμηθεῖ τά λόγια καί τίς συμβουλές τῆς γιαγιᾶς της καί νά τή νοσταλγεῖ. Θυμήθηκε ὅτι ἡ γιαγιά της ἦταν εὐτυχισμένη ἀνάμεσα στά εἰκονίσματα, στό Θεό, στήν Παναγία καί στούς Ἁγίους, ἐνῶ αὐτή μέσα στήν ἄρνησή της αἰσθανόταν σάν ἀντάρτισσα τῆς μεταφυσικῆς, σάν ἀγρίμι χωρίς φωλιά, χωρίς εἰρήνη.

Ὅμως ἡ μνήμη τῆς γιαγιᾶς, της τῆς θρήσκας, τῆς ξύπνησε τίς παιδικές εἰκόνες, πού ὅσο κι ἄν ἀντιδροῦσε ἀποτελοῦσαν μιά ρίζα τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης, πού ἔσπειρε ἡ παιδαγωγική ἀγάπη τῆς γιαγιᾶς της στήν παιδική της ψυχή πού καρποφόρησε στήν ὥρα της. Τέλος πίστεψε καί θεραπεύθηκε ἤ θεραπεύθηκε καί πίστεψε.

Μιά χήρα μητέρα πήγαινε τακτικά στήν Ἐκκλησία. Ὅμως ἔπαιρνε μαζί της καί τό παιδάκι της τό νήπιο. Αὐτό δέν καταλάβαινε ἀπό διδασκαλίες καί θεολογικά διδάγματα. Ἀλλά ἡ ὑπέροχη βυζαντινή ἐκκλησιαστική μουσική, ἡ ὀρθόδοξη ὑμνολογία, ἐνεργοποιοῦσε τήν ἔμφυτη, ἀλλά ἀσχημάτιστή του θρησκευτικότητα.

Ἡ μητέρα του δέν τό καταπίεζε μέ κουραστικές τυπικές καθηκοντολογίες πού δέν μποροῦσε νά σηκώσει ἡ ἡλικία του. Σεβόταν τήν ἠθική καί λατρευτική πορεία τῆς ψυχῆς του καί τῆς ἐλευθερίας του. Δέν τό ἔβαζε σέ ἀψυχολόγητη παιδαγωγική πειθαρχία.

Τό ἄφηνε νά κινεῖται μέσα στό γυναικωνίτη ἀλλά νά μή θορυβεῖ. Τό πρῶτο βῆμα καί ὁ πρῶτος του νόμος ἦταν ἡ τρυφερή παιδική του ψυχή νά σέβεται τόν ἱερό χῶρο τῆς ἐκκλησίας. Ὅσο μεγάλωνε τό παιδάκι, ἡ μητέρα του τό πήγαινε δίπλα στόν δεσποτικό θρόνο, γιά νά πάρει καί ὀπτικές παραστάσεις.

Τό μικρό παιδί τό ἐντυπωσίαζαν τά χρωματιστά ἱερά ἄμφια τοῦ δεσπότη καί τῶν παπάδων. Παρατηροῦσε, ὅτι ὁ δεσποτικός θρόνος στηριζόταν δεξιά καί ἀριστερά σέ δυό λιοντάρια μέ μισοανοιγμένα στόματα. Τό παιδάκι στήν ἀρχή τά πέρασε γιά ζωντανά. Μετά ξεθάρρεψε καί ἔβαζε τό δάκτυλο ἀνάμεσα στά δόντια νά δεῖ ἄν δαγκᾶνε τά λιοντάρια.

Μέ τόν καιρό ἀπορροφοῦσε τίς μεταβαλλόμενες παραστάσεις. Σέ λίγο ἡ μητέρα του μερίμνησε νά πηγαίνει στό Ἅγιο Βῆμα καί νά ντύνεται παπαδάκι. Τοῦ ἔρραψε καί παιδική στολή γιά νά χαρεῖ. Καί ὅταν μεγάλωσε τά δωρήσανε στήν ἐκκλησία.

Μετά ἔγινε ψάλτης καί ἦρθε σέ ἐπαφή μέ τό λειτουργικό τῆς Ὀρθοδοξίας. Τό παιδί εἶχε καλοπροαίρετη πρόθεση, ἀλλά ἡ ἀγαθή μητέρα του τήν καλλιέργησε μέ στοργή καί διακριτικότητα. Ξενοδούλευε ἡ μάνα γιά νά τό σπουδάσει. Καί τό σπούδασε μέ στερήσεις. Ἀλλά δικαιώθηκε καί εὐλογήθηκε.

Στό τέλος τό παιδί της ἔγινε ἱερέας ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του. Καί ἔγινε διδάσκαλος, λειτουργός καί ὁδηγός λυτρώσεως.

Πάντοτε ὁμολογοῦσε, ὅτι χρωστάει πολλά στή μάνα του, πού τόν μεγάλωσε μέ ἐλευθερία μέσα στήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση.

Ἀλλά καί ὅποιος ἀνατραφεῖ μέσα στήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση, κι ἄν ἀκόμη παραστρατήσει ἀπό τό χριστιανικό ἦθος ἤ ἀποστατήσει ἀπό τό ὀρθόδοξο δόγμα καί ἀπιστήσει, πάλι ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση καί τά διδάγματά της δέν ἐξαφανίζονται. Πιέζονται, ἀκινητοποιοῦνται, ἀλλά ὑπάρχουν καί περιμένουν καθηλωμένα τήν ἐντολή τῆς αὐτεξούσιας ψυχῆς, νά κηρύξει τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἱερῶν διδαγμάτων καί ἱερῶν λογισμῶν πού εἶναι μικρογραφία τῆς κοινῆς (γενικῆς) ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν.

Ὅμως ἄν ἡ ψυχή ἀρνηθεῖ τελείως τόν Θεό καί καταλήξει στόν αἰώνιο ἀποχωρισμό ἀπό τόν Θεό, τότε ἀκολουθεῖ πεισματικά τόν διάβολο. Τότε ἀντί νά ἀναπτύξει τό κατ εἰκόνα Θεοῦ καί νά ἐπιτύχει τό καθ ὁμοίωσιν καί νά μοιάσει μέ τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος τόν ἔ πλασε, ὁ κατ εἰκόνα Θεοῦ πλασμένος, καταλήγει μέ τόν ἐγωισμό του νά γίνει καθ ὁμοίωσιν Σατανᾶ.

Στό τέλος ὅλα τά οὐράνια καί τά γήινα καί τά καταχθόνια περνᾶνε μέσα ἀπό τήν ἐλεύθερη ψυχή καί βούληση τοῦ ἀνθρώπου καί διαλέγει τήν πορεία τοῦ παραδείσου ἤ τῆς κολάσεώς του.

Τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση, ὅποιος τή γεύθηκε καί τή βίωσε, δέν τήν ἀρνεῖται ποτέ εἰς τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Πολλοί Ἑλληνορθόδοξοι πού ἀλλοτριώθηκαν καί τούρκεψαν ἤ φράγκεψαν, βρέθηκαν καί ἔζησαν στό χῶρο της, ἀλλά δέν τήν ἄγγιξαν καί δέν ἀγγίχτηκαν ἀπό τήν ἑλληνορθοδοξία. Αὐτοί πού ἀρνήθηκαν τήν ἑλληνορθοδοξία, ἀπλούστατα ἔφυγαν ἀπό ἐκεῖ, πού δέν εἶχαν οὔτε ἐπικοινωνία οὔτε ἀγάπη.

Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα βρῆκαν ἕτοιμο τόν παράδεισο καί χωρίς νά τόν βιώσουν τόν ἀρνήθηκαν καί τόν ἔχασαν, ἐπειδή δέν ἀγωνίσθηκαν γι αὐτόν. Ὅμως οἱ Ἅγιοι καί ὁ λαός μας πού γνώρισαν καί βίωσαν τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση τήν μετέδωσαν ἀπό γενεά σέ γενεά.

Καί σάν μιά ἀδιάσπαστη ἁλυσίδα γενεῶν, συγκρατοῦν σέ σταθερούς κρίκους γενεές γενεῶν, σέ μιά ἀδιάσπαστη ἑνότητα τῆς διαχρονικῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία φωτίζει καί εὐεργετεῖ τόν κόσμο, πού ἀναζητεῖ καθαρότητα καί ἀλήθεια.

Ἕνας καπετάνιος τῆς τουρκοκρατίας, πού ἔ κανε ἀγῶνες ὑπέρ τοῦ σκλαβωμένου γένους, πιάστηκε αἰχμάλωτος καί ἁλυσοδεμένος μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολη.

Ἐκεῖ τόν ὑπέβαλαν σέ φοβερά βασανιστήρια, γιά νά ἀλαξοπιστήσει καί νά τουρκέψει. Ὅμως παρά τά βασανιστήρια, αὐτός ἔμενε σταθερός στήν πίστη του.

Ἐκεῖ ἀνάμεσα σέ πασάδες καί γενιτσάρους, πού ἐξέπεμπαν αἰσθήματα μίσους, ἦταν προσκεκλημένος καί ἕνας Γάλλος ἐπίσημος, ὁ ὁποῖος παρακολουθοῦσε μέ θαυμασμό τήν ἀντοχή καί καρτερία τοῦ ἡρωϊκοῦ καπετάνιου.

Ὅταν, ἡ τουρκική βαρβαρότητα, ἀλλά καί ἡ μαρτυρική ἀποφασιστικότητα τοῦ ἑλληνορθοδόξου καπετάνιου, ἔφθασαν στό κατακόρυφο, ὁ Γάλλος εἶπε στούς πασάδες.

«Θαυμάζω τήν ὑπομονή τοῦ καπετάνιου, ἀλλά καί ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Τοῦ δίνετε ἀξιώματα καί πλούτη, ἀλλά αὐτός προτιμᾶ τόν θάνατο γιά τήν πίστη του.

Καί ἀναρωτιέμαι. Ποιά εἶναι ἡ μυστική δύναμη, πού κρατάει σέ ἀντοχή τόν βασανισμένο καπετάνιο καί τούς ἄλλους Ἕλληνες καί δέν μπορεῖ κανείς νά τούς ἀλλαξοπιστήσει; Τήν αἰτία τῆς ἀντοχῆς τῶν Ἑλλήνων τήν ἀποδίδω στήν θρησκεία τους, πού τούς δίνει μιά μυστική δύναμη ἀντοχῆς.

Ἄν ἐμεῖς στήν Εὐρώπη εἴχαμε τήν ὀθωμανική κατάκτηση, θά ἀλλαξοπιστούσαμε εὔκολα.

Ὅμως ἐδῶ οἱ Ἕλληνες ἔχουν μιά μεγάλη δύναμη. Καί αὐτή εἶναι ἡ παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας τους, ἡ Ἑλληνορθοδοξία. Ὅσο κι ἄν βασανίζονται οἱ Ἕλληνες, δέν ἀλλαξοπιστοῦνε, ἐπειδή ἡ πίστη τους ἔχει μία μεγάλη δύναμη, πού ἔχει τή ρίζα της στή δύναμη τοῦ Θεοῦ».

Αὐτή εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ ξένου.

Μελετώντας τήν Τουρκοκρατία προσέχουμε ὅτι οἱ Τοῦρκοι κρεμοῦσαν παπάδες, δεσποτάδες καί Πατριάρχες. Προσπαθοῦσαν νά ξεκόψουν τόν ἑλληνισμό ἀπό τούς πνευματικούς ἡγέτες, πού τούς δίδασκαν τήν ὀρθόδοξη πίστη τῆς ὁποίας φοβόταν τήν ὑπεροχή καί τή δύναμη.

Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μεγαλύτερη δύναμη προστασίας ἀπό κάθε ἀλλοτρίωση.

Ἡ Ἑλληνορθόδοξη παράδοση εἶναι ὁ εὐεργέτης τοῦ ἑλληνισμοῦ.

Ἀφιερώνεται στή μνήμη τοῦ πατέρα μου Νίκου Σκεπετάρη.

Ἀφιερώνεται στή μητέρα μου Χριστίνα καί σέ κάθε μητέρα καί σέ κάθε γιαγιά πού μεταδίδουν στά παιδιά καί στά ἐγγόνια τό σωτήριο φῶς τῆς Ἑλληνορθοδοξίας.

Ἀφιερώνεται καί σέ κάθε παιδάκι ἐλπιδοφόρο βλαστό πού ποτίζεται μέ τό ἁγίασμα τό ἱερό τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας πού ὅποιος τό πίνει δέν θά διψάσει στόν αἰώνα.


Μην αμελήσετε να κάνετε Μου αρέσει! στη νέα μας σελίδα στο facebook!
Ευχαριστούμε πολύ!