Τό πλεκτό πουλόβερ!

Μερόπη Ν. Σπυροπούλου Ὁμότιμη Καθ. Παν/μίου Ἀθηνῶν

Καμάρωνε ὁ δεκάχρονος ἐγγονός της τό ὁλοκαίνουργιο μπλέ πουλόβερ, πού τοῦ εἶχε πλέξει ἐκείνη, γιά νά τό φορέσει στό Σχολεῖο, στήν ἐθνική γιορτή τῆς 28ης Ὀκτωβρίου.

-Εἶναι τέλειο, γιαγιά! Σ’ εὐχαριστῶ πολύ-πολύ. Ποῦ ἔμαθες ἐσύ νά πλέκεις τόσο ὡραῖα;

Πῆγε νά τοῦ ἀπαντήσει, μά κοντοστάθηκε. Τί παράξενο κι ἀπρόβλεπτο πού εἶναι τό μυαλό! Μιά τόση δά ἀπορία τοῦ παιδιοῦ καί… ἡ σκέψη της γύρισε στά παλιά, ἀναζητώντας γεγονότα, πρόσωπα καί καταστάσεις ἤ τά ὅποια κομμάτια τους μπόρεσε νά κρατήσει ἡ μνήμη καί ἡ ψυχή της…

-Ἔλα νά κάτσουμε ἐδῶ στόν καναπέ, γιά νά σοῦ διηγηθῶ τήν ἱστορία.

Ἐκεῖ, λοιπόν, στόν ἀναπαυτικό καναπέ, ἄρχισε νά ξετυλίγει γιά τόν ἐγγονό της, πού συνεπαρμένος τήν παρακολουθοῦσε, ὅσα θυμόταν ἀπό δικές της εἰκόνες, ἀλλά κι ἀπό ὅσα τῆς εἶχαν διηγηθεῖ ἡ γιαγιά καί ἡ μάνα της, γιά τήν περίοδο τοῦ πολέμου, στήν Ἀλεξάνδρεια, στήν Αἴγυπτο τῶν Ἑλλήνων.

– Τό πρῶτο πού θυμᾶμαι, Νικόλα μου, εἶναι, τήν γιαγιά μου καί τήν μάνα μου, καθισμένες μέ τίς γειτόνισσες στό μεγάλο σαλόνι τοῦ σπιτιοῦ μας, νά πλέκουν, νά πλέκουν – μέ γκρίζο μαλλί – κάτι φανέλλες μέ κουκοῦλες καί κάτι μακριές κάλτσες «γιά τούς στρατιῶτες μας πού πολεμοῦν τόν ἐχθρό τῆς πατρίδας μας»…

Κι ἐνῶ τά χέρια τους δούλευαν ἀσταμάτητα, μοῦ φαινόταν πώς ἔτσι δούλευε καί τό στόμα τους. Ἔλεγαν, ἔλεγαν… Γιά τά παιδιά τους πού εἶχαν πάει νά ὑπηρετήσουν, ἄλλος στήν «Ἑλληνική Στρατιωτική Δύναμη» τῆς Αἰγύπτου, ἄλλος στίς «Συμμαχικές Δυνάμεις Μέσης Ἀνατολῆς», κι ἄλλος στόν «Ἑλληνικό Ἱερό Λόχο».

Ἔλεγαν καί γιά κάποιες κοπέλλες πού εἶχαν πάει ἐθελόντριες νοσοκόμες κι ἄλλα τέτοια, πού καθόλου δέν τά καταλάβαινα τότε.

Γι’ αὐτό καί, συχνά, ἀπό τήν γωνίτσα ὅπου ἔπαιζα μέ τίς κοῦκλες μου, ἀκούγοντας ὅλα αὐτά τά «παράξενα» καί γεμάτη ἀπορίες, ἄρχιζα κάποιες ἐπίμονες ἐρωτήσεις, πού διέκοπταν καί… ἐνοχλοῦσαν τίς πλέκτριες. Καί φυσικά, ποῦ καιρός γιά νά μοῦ ἐξηγήσουν;

Τότε ἦταν πού ἡ γιαγιά μου ἀποφάσισε νά μέ μάθει κι ἐμένα νά πλέκω μέ κάτι μικρές βελόνες, γιά νά κάθομαι ἥσυχη στήν παρέα τους ἤ τήν ὥρα πού ἐρχόταν ὁ πατέρας κι ἔβαζε τό ραδιόφωνο γιά ν’ ἀκούσουν, μέ εὐλαβική προσοχή, «τό Ἀνακοινωθέν».

-Εἶχαν πάει πολλοί Ἕλληνες Αἰγυπτιῶτες στόν Στρατό τότε, γιαγιά;

-Ναί, Νικόλα μου, ἀρκετοί. Νομίζω περισσότεροι ἀπό 7.000. Καί θέλω νά ξέρεις ὅτι ἀνάμεσα σ’ αύτούς ἦταν καί δύο θεῖοι μου, ἀδέλφια τῆς μάνας μου. Ὁ ἕνας στόν Στρατό Ξηρᾶς καί ὁ ἄλλος στήν Ἀεροπορία.

Οἱ σύμμαχοι πού πολεμοῦσαν τούς Ἰταλούς καί τούς Γερμανούς, ἔβαζαν τούς Αἰγυπτιῶτες σέ θέσεις «Συνδέσμων», ἐπειδή ἤξεραν καλά Γαλλικά καί Ἀγγλικά.

-Κλαίγανε, γιαγιά, οἱ γυναῖκες πού εἶχαν παιδιά στόν Στρατό; Ἡ γιαγιά σου ἔκλαιγε;

-Ὄχι, ἀγόρι μου, δέν κλαίγανε. Μόνο, ὅταν ἄρχιζαν οἱ σειρῆνες πού εἰδοποιοῦσαν γιά βομβαρδισμό καί τρέχαμε στά καταφύγια, κι ὅταν ἀκούγαμε βόμβες νά σκᾶνε κάπου πρός τό λιμάνι, ὅλες οἱ μανάδες ἔκαναν τόν Σταυρό τους καί παρακαλοῦσαν τήν Παναγία μας νά προστατεύει ὅλα τά παιδιά πού πολεμοῦσαν.

Ἔγινε μιά μικρή σιωπή. Ὁ Νικόλας, λίγο σκεπτικός, κοίταζε τό μπλέ πουλόβερ. Σέ λίγο, σάν νά ἀποφάσισε τί ἤθελε νά πεῖ, ρώτησε.

-Αὐτοί πού πήγαιναν στόν πόλεμο δέν φοβόντουσαν;

-Πιστεύω πώς νικοῦσαν τόν φόβο, ἀφοῦ πολλοί πήγαιναν ὡς ἐθελοντές καί, ὅπως γράφανε τότε καί οἱ Ἑλληνικές ἐφημερίδες, πήγαιναν σάν σέ γιορτή καί «μέ τό χαμόγελο στά χείλη», γιά νά κρατήσουν τήν Ἑλλάδα μας ἐλεύθερη.

-Οἱ θεῖοι σου ἐσένα γύρισαν, ὅταν τελείωσε ὁ πόλεμος ἤ σκοτώθηκαν;

Ξαναρώτησε τώρα διστακτικά, ἀλλά μέ πολλή σοβαρότητα ὁ Νικόλας.

-Γύρισαν, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παναγίας. Μάλιστα, γιά νά καταλάβεις αὐτό πού σοῦ ἔλεγα προηγουμένως, ὁ δεύτερος θεῖος μου πού εἶχε ὑπηρετήσει στήν ἀεροπορία, ὅταν πιά εἶχα μεγαλώσει καί καταλάβαινα, μοῦ εἶχε διηγηθεῖ κάτι πού τό θυμᾶμαι ἀκόμα.

Μοῦ εἶχε πεῖ πώς -ἐνῶ ξέρανε ὅτι, στίς ἀερομαχίες μέ τά «στούκας», τά Γερμανικά ἀεροπλάνα, οἱ ἀπώλειες γιά τά συμμαχικά ἀεροπλάνα ἦταν πάρα πολλές- κάθε φορά πού, κατά τήν μάχη, γινόταν κλήρωση γιά τό ποιοί ἔχουν σειρά νά πετάξουν, αὐτοί πού δέν κληρωνότανε στενοχωριότανε τόσο πού, σχεδόν, ἔκλαιγαν…

-Δηλαδή ἦσαν ἥρωες, γιαγιά, ἔτσι δέν εἶναι;

-Ναί, Νικόλα μου, ἦσαν ἀληθινοί πατριῶτες καί γι’ αὐτό γίνονταν ἥρωες τά παλικάρια μας στά βουνά τῆς Πίνδου, στόν ἀέρα καί στήν θάλασσα.

Μάλιστα, ἕνας μεγάλος Βρεταννός πολιτικός, ὁ Οὐίνστον Τσῶρτσιλ, εἶχε πεῖ τότε ὅτι: «Δέν θά λέμε πιά ὅτι οἱ Ἕλληνες πολεμοῦν σάν ἥρωες, ἀλλά ὅτι οἱ ἥρωες πολεμοῦν σάν Ἕλληνες».

-Τί καλό, γιαγιά! Πάω νά τό γράψω γιά νά τό πῶ στόν δάσκαλό μας τήν ἡμέρα τῆς Γιορτῆς. Σ’ εὐχαριστῶ, γιαγιά! Κι ὄχι μόνο γιά τό ὡραῖο πουλόβερ…, εἶπε καί χαμογέλασε μέ νόημα.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»


Μην αμελήσετε να κάνετε Μου αρέσει! στη νέα μας σελίδα στο facebook!
Ευχαριστούμε πολύ!